Στην σελίδα του αμερικανικού πανεπιστημίου NC, ο Κολίν Ντόχερτι, καθηγητής μοριακής και δομικής βιοχημείας, αναλύει τον τρόπο αντίδρασης των φυτών στην κλιματική αλλαγή και, πιο συγκεκριμένα του λυκίσκου, βασικού συστατικού της μπίρας, αναφέροντας ότι οι αλλαγές στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος θα επηρεάσουν τη γεύση της.

Η μπίρα μπορεί να μετρά αιώνες στα ποτήρια μας αλλά συνεχώς αλλάζει καθώς προσαρμόζεται στα μέτρα της κάθε εποχής. Οι νέες τάσεις που αφορούν τα πάντα, από τα συστατικά μέχρι τον τύπο της διαδικασίας ζυθοποίησης, μεταβάλλουν σημαντικά τη γεύση της μπίρας. Ωστόσο δεν είναι όλες οι αλλαγές ελεγχόμενες. Η γεύση της μπίρας στα επόμενα χρόνια θα είναι διαφορετική όχι όμως από εκούσια ανθρώπινη παρέμβαση στον τρόπο παραγωγής της αλλά επειδή τα ίδια τα βασικά συστατικά της ουσιαστικά αλλάζουν σε μια προσπάθεια προσαρμογής τους στα νέα κλιματικά δεδομένα.

Ο Ντόχερτι παραπέμπει, για να επιχειρηματολογήσει σχετικά με τη θεωρία του, σε έκθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature το 2018, η οποία αναφέρει πιθανή προσεχή αύξηση των τιμών της μπίρας λόγω κλιματικής αλλαγής. Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει ότι η άνοδος της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος και οι συνεχείς περίοδοι ξηρασίας θα οδηγήσουν σε άνοδο του κόστους υλικών όπως το κριθάρι και ο λυκίσκος. Η τιμή όμως είναι ίσως το λιγότερο σημαντικό από όσα θα αλλάξουν δεδομένου ότι η θερμοκρασία και οι βροχοπτώσεις είναι στοιχεία που επηρεάζουν δραστικά τη βιοχημική σύσταση βασικών συστατικών της μπίρας όπως αυτά που προαναφέραμε, κάτι που συνεπάγεται μεταξύ άλλων και αλλαγή της γεύσης της. Ο Ντόχερτι εστιάζει στην αλλαγή της θερμοκρασίας τις πρωινές και βραδινές ώρες ανά εποχή που διαταράσσει τις λειτουργίες των φυτών, βλάπτει τις σοδειές και έχει άμεση επίδραση και στη γεύση της μπίρας, που συνεπώς εξαρτάται μεταξύ άλλων και από το τερουάρ του οποίου ο συνολικός ρόλος δεν είναι πλήρως γνωστός ακόμα.

Η γεύση είναι -χονδρικά- σύνθεση του τύπου των φυτών που χρησιμοποιούνται και της μαγιάς. Εξαρτάται όμως κυρίως από το λυκίσκο, του οποίου τα Α – οξέα προσδίδουν τη χαρακτηριστική πικρή γεύση. Ανά τα χρόνια, οι καλλιεργητές λυκίσκου δούλεψαν με διαφορετικά είδη για να εμπλουτίσουν το γευστικό προφίλ μιας γκάμας από μπίρες που συνεχώς διευρύνεται. Η τελική γεύση είναι μίξη στοιχείων που παράγει το κάθε φυτό ανάλογα με τις συνθήκες υπό τις οποίες αναπτύχθηκε, ανάμεσα στις οποίες και η θερμοκρασία περιβάλλοντος, που είναι και ίσως ο πιο σημαντικός παράγοντας, όπως αναφέρει ο καθηγητής. Συγκεκριμένα, επισημαίνει την πολυπλοκότητα του ρόλου της αφού δεν έχουν σημασία μόνο τα επίπεδα αλλαγής αλλά και οι ώρες που αυτή συμβαίνει. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό, σημειώνει ότι κάποιες διαδικασίες στα φυτά πραγματοποιούνται νυχτερινές ώρες για να προστατευτούν από τις υψηλές θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Λειτουργούν λοιπόν με πρόγραμμα και προσαρμόζονται σε στρεσογόνες καταστάσεις όπως η άνοδος της θερμοκρασίας πραγματοποιώντας αρκετές λειτουργίες τους το βράδυ. Όταν όμως και τη νύχτα η θερμοκρασία δεν είναι η σωστή, οι ισορροπίες διαταράσσονται. Τα αποτελέσματα αυτής της διαταραχής καταγράφονται και η ακριβής διαπίστωση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στη βιοχημική σύσταση του λυκίσκου θα βοηθήσουν στην κατανόηση της συνολικής συμπεριφοράς και άλλων καρπών.

Η ολλανδική πόλη που προετοιμάζεται για την κλιματική αλλαγή

Η ολλανδική πόλη Άρνεμ αλλάζει τους δρόμους και δημιουργεί περιοχές υπό σκιάν γύρω από πολυσύχναστες εμπορικές συνοικίες, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι αναπόφευκτες.

Σύμφωνα με ένα δεκαετές σχέδιο για την πόλη, προτείνεται μια νέα διάταξη για την καλύτερη προετοιμασία των κατοίκων για ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως νεροποντές, ξηρασίες και καύσωνες.

Όπως αναφέρει ο Guardian, το συμβούλιο της πόλης αποφάσισε πως το 10% της ασφάλτου πρέπει να μετατραπεί σε πράσινο και φυτά, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν καλύτερα τη θερμότητα και να βελτιώνουν την απορρόφηση των βροχοπτώσεων στην πόλη.

Δέντρα θα φυτευτούν παράλληλα με το οδικό δίκτυο για κάλυψη από τον ήλιο, δημιουργώντας «σημεία δροσιάς» για τους κατοίκους.

Ο δημοτικός σύμβουλος του Άρνεμ, Cathelijne Bouwkamp, δήλωσε ότι η πόλη θα συνεχίσει να μειώνει τις εκπομπές άνθρακα ως μέρος του σχεδίου. Η ολλανδική κυβέρνηση δεσμεύθηκε να μειώσει τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά 49% έως το 2030, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, και να εξασφαλίσει μείωση κατά 95% έως το 2050.

Πηγή: Naftemporiki.gr

Διανύουμε ένα καλοκαίρι διακυμάνσεων, αλλά κατά βάση ήπιων μετεωρολογικών συνθηκών. Τι επίπτωση έχει αυτό όμως στις συγκεντρώσεις πάγων στην Αρκτική ;

 

Η κατά διαστήματα κάθοδος ψυχρότερων αερίων μαζών από την Αρκτική σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη μας διατηρεί μέχρι στιγμής το φετινό καλοκαίρι σε ανεκτά έως και ευχάριστα (σε γενικές γραμμές) επίπεδα. Ωστόσο, η μη αποθήκευση ψυχρών αερίων μαζών στις Αρκτικές περιοχές (αφού τελικά διαφεύγουν νοτιότερα), σε συνδυασμό με την ύπαρξη λεπτών παγοκαλυμάτων κάνει το λιώσιμο τον πάγων στην περιοχή μία εύκολη υπόθεση.

 

Στον χάρτη που ακολουθεί παρατηρούμε τόσο την περιορισμένη έκταση των αρκτικών πάγων όσο και την χαμηλή συγκέντρωση αυτών εκεί που ακόμα καταφέρνουν να επιβιώσουν έστω και σε κάποιον βαθμό:

 

 

 

Όσον αφορά την έκταση των παγοκαλυμάτων ή καλύτερα των περιοχών που καλύπτονται κατ’ ελάχιστον κατά 15% από πάγο, φαίνεται πως στην Αρκτική θα πρέπει να γίνεται λόγος για αρνητικό ρεκόρ μέσα στον Ιούλιο εμφανίζοντας έως και 0.5 εκατομύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα έκτασης λιγότερα από το 2012 (που αποτελεί και μάι από τις χειρότερες από άποψη παγοκάλυψης χρονιά):

 

 

 

Τελικά, σε παγκόσμια επίπεδο και μετά από την κατάσταση στην Αρκτική όπως περιγράφηκε νωρίτερα φαίνεται μία από τις χειρότερες χρονιές τα τελευταία 40 έτη:

 

Πηγή: sites.google.com, nsidc.org, nordicweather.net

 

 

Η Ανταρκτική λόγω και της κυκλοφορίας στο νότιο ημισφαίριο που μπορεί να εγκλωβίσει ψυχρές αέριες μάζες στο νότιο πόλο, διανύει μία περιοδο τυπικής παγοκάλυψης εντός του μέσου όρου:

 

Σε μία ακόμη ένδειξη υπερθέρμανσης του πλανήτη και ιδιαίτερα, του Αρκτικού Κύκλου καταγράφηκε ρεκόρ θερμοκρασίας στο αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας.

 

Ο υδράργυρος, συγκεκριμένα, έφθασε το Σάββατο τους 21,7 βαθμούς Κελσίου στη θαλάσσια περιοχή κοντά στη νησιωτική πόλη Λόνγκγιάρμπεν, αποτελώντας την υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί στο αρχιπέλαγος.

Το προηγούμενο ρεκόρ είχε σημειωθεί στις 16 Ιουλίου του 1979, όταν ο υδράργυρος είχε αγγίξει τους 21,3 βαθμούς Κελσίου.

Η συστάδα των νησιών, η οποία είναι γνωστή και ως Σπίτσμπεργκ, βρίσκεται 1.000 χιλιόμετρα νότια από τον Βόρειο Πόλο.

Το κύμα ζέστης ξεκίνησε στις 25/7/2020 και διήρκεσε μέχρι και τη Δευτέρα (27/8/2020). Αξίζει να σημειωθεί ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες, η θερμοκρασία στην περιοχή δεν ξεπερνά τους 5 έως 8°C κατά τη διάρκεια του Ιουλίου.

Σύμφωνα με έρευνες, ωστόσο, η Αρκτική θερμαίνεται δύο φορές πιο γρήγορα από τον υπόλοιπο πλανήτη.

Το καλοκαίρι του 2020, ενδεικτικά, στο ρωσικό κομμάτι της Αρκτικής καταγράφηκαν θερμοκρασίες που ισοδυναμούν με καύσωνα. Από τον Ιανουάριο δε, η θερμοκρασία στη Σιβηρία είναι σταθερά 5°C πάνω από το φυσιολογικό, με το ρεκόρ των 38°C να καταγράφεται στις αρχές Ιουλίου.

Σύμφωνα με τη νορβηγική έκθεση «Το κλίμα στο Σβάλμπαρντ το 2100», η μέση θερμοκρασία στην περιοχή την περίοδο 2027 – 2100 αναμένεται να αυξηθεί κατά 7 έως 10°C σε σχέση με τη μέση θερμοκρασία την περίοδο 1970 – 2000.

Η αλλαγή αυτή, μάλιστα, είναι ήδη ορατή: Από το 1971 ως το 2017 παρατηρήθηκε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 3 με 5°C, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται τους χειμώνες.

 

Πηγή: GreenAgenda

Θλιβερό ρεκόρ για την παγκόσμια μέτρηση διοξειδίου του άνθρακα τον Μάιο παρά την πανδημία

Θλιβερό ρεκόρ για την παγκόσμια μέτρηση διοξειδίου του άνθρακα τον Μάιο παρά την πανδημία. Μια βασική μέτρηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα της Γης κατέγραψε νέο ρεκόρ, μολονότι η παγκόσμια πανδημία ανάγκασε τις οικονομίες σε όλον τον κόσμο σχεδόν σε παύση. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία που δημοσίευσε την Πέμπτη η κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Το διοξείδιο του άνθρακα που καταγράφηκε στο Παρατηρητήριο της Μάουνα Λόα στη Χαβάη έφθασε τα 417 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm) τον Μάιο, σε επίπεδα υψηλότερα από το ρεκόρ των 414,8 ppm που είχαν καταγραφεί πέρυσι, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Εθνικής Διεύθυνσης Ωκεανών και Ατμόσφαιρας και του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας Scripps στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο.

Η πτώση των εκπομπών σε παγκόσμια κλίμακα λόγω των περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορωνοϊού -που εκτιμάται ότι σε ορισμένες χώρες έφθασε το 26% κατά τη διάρκεια της αιχμής των μέτρων- δεν έχει καταφέρει να αντισταθμίσει τις μεγάλες φυσικές διακυμάνσεις στις εκπομπές άνθρακα. Οι διακυμάνσεις προκαλούνται από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν τα φυτά και τα εδάφη στη θερμοκρασία, την υγρασία και άλλους παράγοντες, αναφέρουν οι επιστήμονες.

 

Θα χρειαστούν μειώσεις διοξειδίου του άνθρακα σε επίπεδα από 20% έως 30% για έξι έως 12 μήνες ώστε να επιβραδυνθεί ο ρυθμός αύξησης των μετρήσεων στο Μάουν Λόα, σύμφωνα με το Scripps.

Τον περασμένο μήνα, η δημοσιευμένη έρευνα στο περιοδικό Nature Climate Changeπροέβλεπε ότι οι παγκόσμιες εκπομπές θα μπορούσαν να μειωθούν έως και 7% φέτος

«Ο ρυθμός αύξησης του CO2 θα μειωθεί κατάτι, όμως θα εξακολουθήσει να αυξάνεται», τονίζει σε συνέντευξή του ο Πίτερ Τανς, επικεφαλής επιστήμονας στο εργαστήριο παρακολούθησης αερίων θερμοκηπίου της NOAA. «Έτσι, μια αλλαγή 10% -μας είναι ακόμη δύσκολο να το μετρήσουμε».

 

Ο Μάιος αποτελεί την ετήσια αιχμή για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε όλον τον κόσμο, οι οποίες βρίσκονται σε επίπεδα που η ατμόσφαιρα του πλανήτη δεν έχει βιώσει εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια.

Οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα στο Μάουνα Λόα αποτυπώνονται σε ένα γράφημα γνωστό ως καμπύλη Keeling, που ονομάστηκε προς τιμήν του Τσάρλς Κίλινγκ, ο οποίος ξεκίνησε τις μετρήσεις στο συγκεκριμένο σημείο το 1958.

Πηγή: Cnn.gr

 

Οι φωτιές “ζόμπι”, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι εστίες που σιγοκαίνε κάτω από την επιφάνεια τον χειμώνα και μπορούν να αναζωπυρωθούν με τη βλάστηση, όταν εξαφανίζεται το χιόνι.

Η ευρωπαϊκή υπηρεσία παρακολούθησης της ατμόσφαιρας Copernicus εξέφρασε την Τετάρτη (27/05) την ανησυχία της για τις “ανωμαλίες” που παρατηρούνται στη θερμοκρασία στις περιοχές της Αρκτικής, φοβούμενη την ύπαρξη φωτιών “ζόμπι”, που υποβόσκουν κάτω από την επιφάνεια μετά τις πρωτοφανείς περυσινές φωτιές στον Αρκτικό Κύκλο.

Καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας και ο πολλαπλασιασμός των κύκλων της ξηρασίας και των κυμάτων καύσωνα, που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για τον πολλαπλασιασμό των πυρκαγιών σε όλο τον κόσμο, το 2019 ο Αρκτικός Κύκλος έπεσε θύμα ενός πύρινου μετώπου τεράστιας έκτασης.

Για παράδειγμα, μόνον τον Ιούνιο του περασμένου έτους, αυτές οι πυρκαγιές απελευθέρωσαν περίπου 50 μεγατόνους CO2 στην ατμόσφαιρα, ποσότητα ισοδύναμη με τις ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στη Σουηδία.

Φέτος, οι επιστήμονες παρακολουθούν στενότατα τι συμβαίνει στην περιοχή κι “εξετάζουν το ενδεχόμενο πυρκαγιών ‘ζόμπι’ στην Αρκτική”, τονίζει το πρόγραμμα Copernicus.

Αυτές οι φωτιές “ζόμπι” είναι εστίες “που σιγοκαίνε κάτω από την επιφάνεια κατά τη διάρκεια του χειμώνα και μπορούν να αναζωπυρωθούν με τη βλάστηση στην επιφάνεια την άνοιξη, όταν εξαφανίζονται το χιόνι και ο πάγος”, λέει ο Mαρκ Πάρινγκτον ειδικός της ευρωπαϊκής υπηρεσίας παρακολούθησης της ατμόσφαιρας Copernicus.

Η δραστηριότητα των πυρκαγιών προς το παρόν μπορεί να χαρακτηρισθεί “σχετικά κλασική” κατά την αρχή της σχετικής περιόδου.

Ωστόσο “υπάρχουν δορυφορικές παρατηρήσεις για ενεργές πυρκαγιές, που υποδηλώνουν ότι οι πυρκαγιές ‘ζόμπι’ έχουν ξαναρχίσει, ακόμη κι εάν αυτό ακόμη δεν έχει επιβεβαιωθεί στο πεδίο”, δήλωσε ο Πάρινγκτον.

“Οι θερμοκρασιακές ανωμαλίες αυτές είναι σχετικά εκτεταμένες σε περιοχές που κάηκαν το περασμένο καλοκαίρι”, πρόσθεσε ο ίδιος. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, υπό ορισμένες περιβαλλοντικές συνθήκες, θα μπορούσε να “οδηγήσει σε πυρκαγιές μεγάλης κλίμακας και για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ίδια περιοχή”.

Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι οι περιοχές αυτές αντιμετωπίζουν ήδη ιδιαίτερα ζεστές και ξηρές καιρικές συνθήκες για την εποχή. Οι θερμοκρασίες τον Απρίλιο κυμάνθηκαν πάνω από το κανονικό επίπεδο, ιδίως στη βόρεια Γροιλανδία και σε μεγάλο μέρος της Σιβηρίας, σύμφωνα με το Copernicus.

ΠΗΓΗ

 

Παίρνοντας τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων που βασίζονται στα δύο ακραία σενάρια μπορούμε να δούμε ποιό μπορείνα είναι το εύρος του μέλλοντος του πλανήτης μας.

Ορμώμενοι από την πανδημία που ξέσπασε στις αρχές του 2020, ένα ελπιδοφόρο σενάριο θα ήταν η παγκόσμια συνεργασία των κρατών που ξεκίνησε για την καταπολέμηση του COVID19 να συνεχιστεί με σκοπό την καταπολέμηση ακόμα ενός προβλήματος που επηρεάζει τον πλανήτη, αυτού της κλιματικής αλλαγής. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει μεγάλες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια και ταχύτατες μειώσεις την εκπομπών θερμοκηπικών αερίων με σκοπό τον περιορισμό της αύξηση της θερμοκρασίας στον +1.5°C. Στον αντίποδα, το εφιαλτικό σενάριο, θα ήταν μετά την μεγάλη οικονομική ύφεση από την πανδημία, πολλές χώρες χρησιμοποιούν ακόμα περισσότερο φθηνές μορφές ενέργειες που οδηγεί σε περεταίρω αύξηση των εκπομπών θερμοκηπικών αερίων και άρα σε θερμοκρασιακά επίπεδα κοντά στους +5°C, σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο.

Γενικά, ένα μοντέλο για να παράγει αποτελέσματα για την μελλοντική κατάσταση του πλανήτη, ουσιαστικά εισάγονται σε αυτό και δεδομένα εκπομπών θερμοκηπικών αερίων. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί βάσεις δεδομένων τόσο με τα ακραία σενάρια που προαναφέρθηκαν, όσο και με πιο μετριοπαθή.

Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνονται τα διάφορα σενάρια και οι επιπτώσεις τους μέχρι το 2100. Στο πρώτο από τα διαγράμματα φαίνεται το ποσό της θερμότητας που δεσμεύεται από τα θερμοκηπικά αέρια, στο δεύτερο τα σενάρια εξέλιξης των εκπομπών αερίων, στο τρίτο τα σενάρια συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα και στο τελευταία τα σενάρια εξέλιξης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας.

 

 

 

Φαίνεται πως το ακραίο θερμό σενάριο των +5°C μέχρι το 2100 έχει δεχθεί μεγάλη κριτική, επειδή κατά αρκετούς θεωρείται ως παραπλανητικό λαμβάνοντας υπόψη μη ρεαλιστικά δεδομένα για το μέλλον. Ωστόσο, οι επιστήμονες θεωρούν ότι η μελέτη αυτού του σεναρίου έχει αξία όσο οι άνθρωποι κατανοούν τις υποκείμενες υποθέσεις και περιορισμούς που έχουν τα διάφορα σενάρια. Σε κάθε περίπτωση όμως οριοθετεί το μέγιστο που θα μπορούσαμε να αναμένουμε.

 

Σύμφωνα με τον Donald Wuebbles, επιστήμονα της ατμόσφαιρας στο πανεπιστήμιου του Illinois, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε δεν είναι να προγνώσουμε το μέλλον, αλλά να κατανοήσουμε τους κινδύνους και να εξετάσουμε τα διάφορα επίπεδα θέρμανσης και τους διαφορετικούς τύπους οικονομικής ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, όπως τονίζει και η επιστήμονας περιβάλλοντος και υγείας του πανεπιστημίου της Washington στο Seattle, χρειαζόμαστε αυτά τα αποτελέσματα για να μας δείξουν τι αντίκτυπο θα έχουν οι επιλογές μας στο μέλλον.

 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ανάπτυξη αυτών των σεναρίων μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Ως παράδειγμα, μπορούμε να δούμε ότι όταν φτιάχτηκαν τα σενάρια στα οποία βασίζονται τα κλιματικά μοντέλα για να εκτιμήσουν τις μελλοντικές συνθήκες, δεν υπήρχε σαν σκέψη το σενάριο του Brexit, ο οικονομικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ή το ξέσπασμα μιας πανδημίας. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο δρόμος για την ανάπτυξη αυτών των σεναρίων είναι γεμάτος εμπόδια αλλά και προκλήσεις.

 

Πηγή: Nature

Νέα, πρωτοφανή στοιχεία για την κλιματική ιστορία της Ανταρκτικής ανακάλυψε διεθνής ομάδας με επικεφαλής γεωεπιστήμονες του Alfred Wegener Institute, Helmholtz Centre for Polar and Marine Research.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του ινστιτούτου, σε πυρήνα ιζήματος που ανακαλύφθηκε στη Θάλασσα Αμούντσεν, στη δυτική Ανταρκτική, τον Φεβρουάριο του 2017, οι επιστήμονες ανακάλυψαν εξαιρετικά καλοδιατηρημένο δασικό έδαφος από την Κρητιδική Περίοδο, που περιελάμβανε γύρη φυτών, σπόρους, και ένα πυκνό δίκτυο ριζών. Τα εν λόγω απομεινάρια φυτών επιβεβαιώνουν πως, περίπου 90 εκατομμύρια χρόνια πριν, η ακτή της δυτικής Ανταρκτικής φιλοξενούσε εύκρατες, ελώδεις ζούγκλες, όπου η ετήσια θερμοκρασία κυμαινόταν γύρω στους 12 βαθμούς Κελσίου- εξαιρετικά θερμό κλίμα για μια περιοχή κοντά στον Νότιο Πόλο.

Οι επιστήμονες θεωρούν πως η θερμοκρασία αυτή ήταν δυνατή επειδή δεν υπήρχε ανταρκτικός παγετώνας και επειδή η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ήταν σημαντικά υψηλότερη από ό,τι υποδείκνυαν ως τώρα τα κλιματικά μοντέλα. Η μελέτη αυτή, που δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα κλιματικά μοντέλα ανά τον κόσμο, δημοσιεύτηκε στο Nature.

Το χρονικό διάστημα στη μέση της Κρητιδικής, 115 με 80 εκατομμύρια χρόνια πριν, δεν θεωρείται μόνο η εποχή των δεινοσαύρων, αλλά ήταν επίσης η θερμότερη περίοδος των τελευταίων 140 εκατομμυρίων ετών. Οι θερμοκρασίες στην επιφάνεια της θάλασσας στους τροπικούς τότε ήταν γύρω στους 35 βαθμούς Κελσίου και η στάθμη της θάλασσας ήταν 170 μέτρα ψηλότερα από ό,τι σήμερα. Ωστόσο λίγα είναι γνωστά για τις περιβαλλοντικές συνθήκες νότια του πολικού κύκλου, καθώς δεν υπάρχουν αξιόπιστα κλιματικά στοιχεία που να φτάνουν τόσο πίσω. Οι νέοι πυρήνες ιζημάτων παρέχουν στους ειδικούς τη δυνατότητα αναδημιουργίας του κλίματος της δυτικής Ανταρκτικής κατά το θερμότερο διάστημα της Κρητιδικής, χάρη στα στοιχεία που περιέχουν.

Σε πυρήνα ιζήματος που συνελέγη με τρυπάνι του Πανεπιστημίου της Βρέμης, κοντά στον παγετώνα της Νήσου Πάιν, σε αποστολή του RV Polarstern, βρέθηκε πολύ καλά διατηρημένο έδαφος της Κρητιδικής. «Κατά τις αρχικές αναλύσεις, ο ασυνήθιστος χρηματισμός του στρώματος ιζήματος γρήγορα τράβηξε την προσοχή μας, ξεκάθαρα διέφερε από τα στρώματα από πάνω του. Επιπλέον, οι πρώτες αναλύσεις έδειξαν ότι, σε βάθος 27-30 μέτρων κάτω από τον πυθμένα του ωκεανού, είχαμε βρει ένα στρώμα που είχε αρχικά σχηματιστεί στην ξηρά, όχι στον ωκεανό» αναφέρει ο Γιόχαν Κλάγκες, γεωλόγος του AWI και πρώτος συντάκτης της έρευνας.

AWI.DE

Όταν έγινε ανάλυση με ακτίνες Χ αποκαλύφθηκε ένα πυκνό δίκτυο ριζών που εξαπλώνονταν σε ολόκληρο το στρώμα και είχαν διατηρηθεί τόσο καλά που οι ερευνητές μπορούσαν να διακρίνουν μεμονωμένες κυτταρικές δομές. Επιπρόσθετα, στο δείγμα υπάρχουν ίχνη γύρης και σπόρων από διάφορα φυτά- μεταξύ των οποίων και τα πρώτα απομεινάρια λουλουδιών που βρέθηκαν ποτέ σε εκείνες τις ζώνες.

«Τα πολλά απομεινάρια φυτών υποδεικνύουν ότι 93 με 83 εκατομμύρια χρόνια πριν, η ακτή της δυτικής Ανταρκτικής ήταν μια ελώδης περιοχή όπου φύτρωναν εύκρατες ζούγκλες- σαν τα δάση τα οποία μπορεί να βρει κανείς, πχ, στο Νότιο Νησί της Νέας Ζηλανδίας» εξηγεί ο καθηγητής Ούλριχ Σάλτζμαν του Northumbria University, άλλος ένας εκ των ερευνητών.

Οι αναλύσεις που ακολούθησαν οδήγησαν σε μια σειρά συμπερασμάτων: Περίπου 90 εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχε εύκρατο κλίμα περίπου 900 χλμ από τον Νότιο Πόλο. Η μέση ετήσια θερμοκρασία αέρα ήταν γύρω στους 12 βαθμούς Κελσίου- με άλλα λόγια, κατά την Κρητιδική, η μέση θερμοκρασία κοντά στον Νότιο Πόλο ήταν περίπου δύο βαθμούς υψηλότερη από τη μέση θερμοκρασία στη σημερινή Γερμανία. Οι θερμοκρασίες το καλοκαίρι ήταν κατά μέσο όρο γύρω στους 19 βαθμούς. Οι θερμοκρασίες του νερού στα ποτάμια και τους βάλτους έφταναν γύρω στους 20 βαθμούς, και η ποσότητα και η ένταση των βροχοπτώσεων στη δυτική Ανταρκτική ήταν παρόμοιες με αυτές στη σημερινή Ουαλία.

Τα στοιχεία αυτά οδήγησαν στο συμπέρασμα πως οι συνθήκες αυτές θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο αν α) η Ανταρκτική ήταν καλυμμένη με πυκνή βλάστηση β) δεν υπήρχαν μάζες χερσαίων πάγων έκτασης παγετώνα στην περιοχή του Νοτίου Πόλου και γ) η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα ήταν πολύ υψηλότερη από ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν για την Κρητιδική.

AWI.DE

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι: Εάν ήταν τόσο ζεστά στην Ανταρκτική τότε, τι ήταν αυτό που έκανε το κλίμα να ψυχράνει τόσο δραματικά για να σχηματιστούν παγετώνες; «Οι κλιματικές μας προσομοιώσεις δεν έχουν δώσει ακόμα ικανοποιητική απάντηση» λέει άλλος ένας εκ των ερευνητών, ο Γκέριτ Λόμαν του AWI, ειδικός σε κλιματικά μοντέλα.

H πανδημία δεν μπορεί να φρενάρει ούτε την αύξηση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα ούτε την υπερθέρμανση του πλανήτη. Σε αυτό ο συμπέρασμα καταλήγουν οι επιστήμονες με βάση τα δεδομένα που παρουσιάζουν σε δημοσίευμα του Bloomberg.

 

Τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα μειώνονται πάντα την άνοιξη και το καλοκαίρι στο Βόρειο Ημισφαίριο, καθώς ένα μεγάλο μέρος το απορροφούν τα φυτά. Φέτος, αυτό το εποχιακό φαινόμενο συμβαίνει ταυτόχρονα με ένα σχεδόν παγκόσμιο lockdown λόγω της πανδημίας το οποίο έχει μειώσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων και κατ’ επέκταση τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

«Εάν η κατάσταση αυτή επρόκειτο να συνεχιστεί για μήνες, αντί για εβδομάδες, θα παρατηρούσαμε τέτοια μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που δεν έχουμε δει στη ζωή μας», δήλωσε ο Rob Jackson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και πρόεδρος του Global Carbon Project. «Κάτι τέτοιο έχει να συμβεί από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», συμπληρώνει.

Ωστόσο, ακόμη και μια παρατεταμένη μείωση των νέων εκπομπών φέτος η οποία θα ήταν αποτέλεσμα ύφεσης ακόμη και μεγαλύτερης από εκείνη του 2008, θα είχε μικρή επίπτωση στα επίπεδα του CO2 στην ατμόσφαιρα. Στην πραγματικότητα, τα επίπεδα του CO2 θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, οι αναλυτές στο BloombergNEF διαπίστωσαν ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ήταν 17% χαμηλότερη από τη συνηθισμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, 23% χαμηλότερη στην Ιταλία και χαμηλότερη κατά 15% στη Νέα Υόρκη. Η ατμοσφαιρική ρύπανση σε περιοχές των ΗΠΑ μειώθηκε κατά 30% τον Μάρτιο.

 

Πού πάει στην πραγματικότητα το διοξείδιο του άνθρακα;

Το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών CO₂ που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα κάθε χρόνο δεν μένουν στην ατμόσφαιρα. Μόνο το 45% παραμένει στον αέρα, περίπου το 30% κατευθύνεται σε χερσαία οικοσυστήματα και ένα 25% καταλήγει στους ωκεανούς.

Οι εκπομπές CO₂ αυξάνονται κατά περίπου 2,5 ppm ετησίως από το 2010. Ακόμη και μια σημαντική μείωση των εκπομπών το 2020 δεν θα επηρέαζε σημαντικά δυναμική. Ο Pierre Friedlingstein του Πανεπιστημίου του Exeter εκτιμά ότι μια πτώση των ετήσιων εκπομπών κατά 10% θα εξακολουθούσε  να μεταφράζεται σε αύξηση 2 ppm των εκπομπών CO2.

 

Πηγή: Independent, Insider, Bloomberg, greenagenda

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί βασική απειλή, που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της οχιάς της Πίνδου, σύμφωνα με μία νέα έρευνα Ελλήνων και ξένων επιστημόνων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Έντβαρντ Μιτσέι του Κέντρου Οικολογικής Έρευνας της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνές περιοδικό «Oryx», εκτιμούν ότι έως το 90% των ορεινών ενδιαιτημάτων της εν λόγω οχιάς θα καταστούν αφιλόξενα έως το τέλος της δεκαετίας του 2080 λόγω ανόδου της θερμοκρασίας.

Η οχιά της Πίνδου ή νανόχεντρα είναι η μικρότερη οχιά της Ελλάδας, φθάνοντας σε μήκος τα 35 έως 45 εκατοστά. Ζει σε απομονωμένα αλπικά και υποαλπικά λιβάδια στην ελληνική οροσειρά της Πίνδου και στη νότια Αλβανία, συνήθως σε υψόμετρο άνω των 1.400 μέτρων. Θεωρείται ξεχωριστό είδος (Vipera graeca) και το δηλητήριό της είναι σχετικά ασθενές, αν και απαιτεί ιατρική φροντίδα.

Στη χώρα μας υπάρχουν και άλλα είδη οχιάς (κοινή, οθωμανική, της Μήλου, αστρίτης), αλλά της Πίνδου θεωρείται από τη Διεθνή Ένωση Προστασίας του Περιβάλλοντος (IUCN) κατ’ εξοχήν αυτή που απειλείται ως είδος και ένα από τα ερπετά της Ευρώπης που ήδη αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εξαφάνισης. Η νέα έρευνα δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή θα εντείνει σημαντικά αυτόν τον κίνδυνο στο μέλλον.

Η οχιά της Πίνδου είναι προσαρμοσμένη στο κρύο περιβάλλον και θεωρείται άκρως ευάλωτη στην άνοδο της θερμοκρασίας και στην ξηρασία λόγω της κλιματικής αλλαγής. Ήδη, σύμφωνα με τους ερευνητές, τα καλοκαίρια είναι πολύ ζεστά για το συγκεκριμένο φίδι, δυσκολεύοντας την έξοδο από τη φωλιά του και τη διατροφή του.

Η λεκάνη της Μεσογείου, που περιλαμβάνει την Ελλάδα, αναμένεται να γίνει σημαντικά ξηρότερη τις επόμενες δεκαετίες, καθώς προβλέπεται ότι θα μειωθούν οι βροχοπτώσεις. Παράλληλα, θα μειωθούν οι πληθυσμοί των εντόμων που αποτελούν την τροφή της οχιάς, ενώ και οι βοσκοί της Πίνδου σκοτώνουν συχνά τις οχιές, επειδή κατά καιρούς δαγκώνουν τα πρόβατά τους, όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

Από ελληνικής πλευράς, στη μελέτη συμμετείχαν o καθηγητής Στέφανος Ρούσος (Τμήμα Βιολογικών Επιστημών Πανεπιστημίου του Βόρειου Τέξας ΗΠΑ) και οι ερπετολόγοι Μαρία Δημάκη (Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας) και Γιάννης Ιωαννίδης (Βιόσφαιρα).