κλιματική αλλαγή διαταράσσει με μη αναστρέψιμο τρόπο το υποθαλάσσιο οικοσύστημα. Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου όσον αφορά το εύρος της μείωσης όλων των ειδών κοραλλιών από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στον ύφαλο στην βορειοανατολική Αυστραλία. Από το 1981 εντάχθηκε στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Μεγάλο μέρος του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου στην Αυστραλία χάθηκαν τα τελευταία 25 χρόνια.

Τα πιο μεγάλα είδη κοραλλιών, εκείνα που έχουν την μορφή τραπεζιού και εκείνα που έχουν διακλαδώσεις, είναι αυτά που έχουν πληγεί περισσότερο, καθώς ορισμένα βρίσκονται στα πρόθυρα της εξαφάνισης στο πιο βόρειο τμήμα του κοραλλιογενούς υφάλου.

«Αυτά εξαφανίστηκαν σε ποσοστό 80 ή 90% σε σύγκριση με όσα υπήρχαν πριν από 25 χρόνια», δήλωσε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Τζέιμς Κουκ, ο Τέρι Χιουζ, ο οποίος ήταν ένας από τους συντάκτες των πορισμάτων της μελέτης.

«Αυτά προσφέρουν τις γωνιές και τις εσοχές στις οποίες βρίσκει καταφύγιο ένας αριθμός ψαριών και πλασμάτων και η απώλεια αυτών των κοραλλιών θα αλλάξει όλο το οικοσύστημα», σημείωσε.

Το σύνολο του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου, ο οποίος εκτείνεται σε μήκος 2.300 χιλιομέτρων, δημιουργεί έσοδα 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον αυστραλιανό τουριστικό τομέα.

Ο ύφαλος αυτός μπορεί να χάσει το καθεστώς του ως Παγκόσμια Κληρονομιά και αυτό λόγω της υποβάθμισής του, η οποία αποδίδεται από πολλούς στην επανάληψη των επεισοδίων λεύκανσης των κοραλλιών, η οποία είναι συνέπεια της κλιματικής αλλαγής.

Η λεύκανση είναι ένα φαινόμενο μαρασμού, το οποίο εκδηλώνεται με τον αποχρωματισμό των κοραλλιών. Αυτό προκαλείται από την αύξηση της θερμοκρασίας του νερού.

Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι μπορεί να αναρρώσουν, αν μειωθεί ξανά η θερμοκρασία του νερού, αλλά μπορεί επίσης να πεθάνουν, αν συνεχιστεί το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Το βόρειο τμήμα αυτού του οικοσυστήματος έχει ήδη υποστεί το 2016 και το 2017 δύο άνευ προηγουμένου επεισόδια λεύκανσης των κοραλλιών του και η Αυστραλία, μετά την επανεξέταση πέρυσι των προοπτικών του συνόλου του, τις θεωρεί πλέον επιβλαβής.

Πριν από αυτό, άλλα δύο επεισόδια είχαν καταγραφεί το 1998 και το 2002. Ένα πέμπτο παρατηρήθηκε το 2020, αλλά οι ζημιές που έχει προκαλέσει δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί πλήρως.

ΠΗΓΗ εδώ .