Posts

Αυξημένη συγκέντρωση πληθυσμών μεδουσών παρατηρείται το τελευταίο διάστημα στον Θερμαϊκό κόλπο. Τι όμως μπορεί να επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του θάλασσιου αυτού είδους στη χώρας μας;

 

Το northmeteo παραθέτει τμήματσα παλιότερης συνέντευξης της δρ. Ιωάννας Σιώκου-Φράγκου, ερευνήτριας στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), στην ιστοσελίδα vita.gr με σκοπό να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό.

 

Μεταξύ άλλων λοιπόν αναφέρει:

“Η εμφάνιση μεγάλων πληθυσμών από τσούχτρες στις ελληνικές παραλίες είναι συνηθισμένη. Χαρακτηριστικά σας αναφέρω ότι τσούχτρες είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και του ’70. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του ΕΛΚΕΘΕ, μετά το 1982 εμφανίζονται μεγάλοι πληθυσμοί από τσούχτρες στην Ελλάδα με μια περιοδικότητα 10-12 ετών. Στις θάλασσές μας οι τσούχτρες παραμένουν για 2-3 χρόνια, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει σε όλες τις θάλασσες της Μεσογείου. Στην Αδριατική π.χ. έχει παρατηρηθεί ότι οι τσούχτρες παραμένουν 6-7 χρόνια! Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε θάλασσα της ­Μεσογείου χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες περιβαλλοντικές συνθήκες, γεγονός που επηρεάζει και τη συμπεριφορά τους. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τις τσούχτρες – δεν καταστρέφουμε τον πληθυσμό ενός είδους στη Γη, επειδή μας ενοχλεί στο κολύμπι.”

 

“Ως «τσούχτρες» αποκαλούμε ορισμένα είδη μέδουσας, το τσίμπημα των οποίων είναι οδυνηρό για τους ανθρώπους. Υπάρχουν, δηλαδή, πολλές μέδουσες που δεν είναι τσούχτρες, όπως η μέδουσα «γυαλί» που συνήθως βλέπουμε στον κόλπο της Ελευσίνας και στο Θερμαϊκό κόλπο. Η πιο κοινή τσούχτρα στις ελληνικές θάλασσες είναι η Pelagia noctiluca, που ζει στην ανοιχτή θάλασσα και η αύξηση του πληθυσμού της αποδεδειγμένα δεν έχει σχέση με τη ρύπανση των θαλασσών. Αντιθέτως, οι περιοδικές πληθυσμιακές εξάρσεις αυτής της τσούχτρας στη Μεσόγειο μάλλον συνδέονται με τις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας της θάλασσας, αλλά και με άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζονται από τις κλιματικές αλλαγές (π.χ. περίοδοι ξηρασίας ή έντονων βροχοπτώσεων τους ανοιξιάτικους μήνες).”

 

Εδώ μπορείτε να δείτε όλη την συνέντευξή της.

 

 

Αυξημένος πληθυσμός μεδουσών μικρού μεγέθους στην παραλία της Θεσσαλονίκης (26/10/2019)

Χιλιάδες λίμνες του βόρειου ημισφαιρίου σε Ευρώπη, Καναδά, Αμερική και Ασία θα μείνουν χωρίς πάγους το χειμώνα, καθώς ολοένα ανεβαίνει η μέση παγκόσμια θερμοκρασία εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με εκτιμήσεις των επιστημόνων.

Μια νέα επιστημονική έρευνα -η πιο ολοκληρωμένη του είδους της μέχρι σήμερα- που βασίστηκε σε παρατηρήσεις 513 λιμνών και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Nature Climate Change”, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια Σάπνα Σάρμα του Πανεπιστημίου της Υόρκης στο Τορόντο, σύμφωνα με το BBC, εκτιμά ότι μέσα σε μια γενιά περισσότερες από 35.000 λίμνες δεν θα καλύπτονται πια από πάγο τους μήνες του χειμώνα.

Η εξαφάνιση της παγοκάλυψης θα έχει -πέρα από την αδυναμία να κάνουν πατινάζ μικροί και μεγάλοι- σημαντικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τις ζωές σχεδόν 400 εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν κοντά σε αυτές τις λίμνες. Μπορεί να αποτελέσει απειλή ακόμη και για την παροχή πόσιμου νερού ή των αποθεμάτων αλιείας. Η παγοκάλυψη επιτρέπει στις γύρω κοινότητες να διασχίζουν τις λίμνες με τα πόδια ή με οχήματα, ώστε να προμηθεύονται τρόφιμα και γενικότερα να έχουν επαφή με άλλους ανθρώπους. Επιπλέον, οι λίμνες που δεν παγώνουν, τείνουν να χάνουν περισσότερο νερό μέσω εξάτμισης.

Σήμερα, περίπου 14.800 λίμνες σε Καναδά, ΗΠΑ και βόρεια Ευρώπη έχουν πάγους μόνο όταν οι χειμώνες είναι πολύ κρύοι, ενώ μένουν με ελάχιστους ή καθόλου πάγους, όταν οι χειμώνες είναι πιο ζεστοί. Αν η άνοδος της θερμοκρασίας φθάσει τους δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, τότε οι λίμνες χωρίς πάγους θα ξεπεράσουν τις 35.000.

«Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας δεν θα δουν κάτι που εμείς το θεωρούμε δεδομένο», δήλωσε η ερευνήτρια δρ Κάθριν Ο’Ράιλι του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Ιλινόις.

«Δεν χρειάζεται μεγάλη άνοδος της θερμοκρασίας για να γίνουν αισθητές οι επιπτώσεις. Συμβαίνει αυτή τη στιγμή – ήδη η Λίμνη Σουπίριορ δεν παγώνει πια κάθε χειμώνα. Το ίδιο και οι άλλες Μεγάλες Λίμνες. Έχουμε τέτοια παραδείγματα από όλο τον κόσμο λιμνών που υφίστανται αυτή τη μεγάλη αλλαγή και προβλέπουμε ότι αυτό θα συμβεί σε πολλές περισσότερες λίμνες στο μέλλον», τόνισε η η δρ Σάρμα.

Στη Γη υπάρχουν περίπου 117 εκατομμύρια λίμνες.

 

Πηγή: GreenAgenda

Το 2018 υπήρξε το τέταρτο θερμότερο έτος στη μετεωρολογική ιστορία, καθώς υπήρξε κάπως πιο κρύο από ό,τι τα προηγούμενα έτη 2017, 2016 και 2015, σύμφωνα με εκτιμήσεις Αμερικανών επιστημόνων.

Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία πέρυσι ήταν 14,96 βαθμοί Κελσίου0,77 βαθμοί πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου αναφοράς 1951-1980 και 1,16 βαθμοί πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, εκτιμούν οι ερευνητές του οργανισμού Berkeley Earth της Καλιφόρνια, σύμφωνα με την «Ουάσιγκτον Ποστ» και το Associated Press.

Και η Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία έχει εκτιμήσει ότι το 2018 υπήρξε το τέταρτο θερμότερο έτος από το 1850. Οι επίσημες ανακοινώσεις των αμερικανικών υπηρεσιών θα καθυστερήσουν λόγω της αναστολής λειτουργίας τους (shutdown).

Η μικρή μείωση της θερμοκρασίας πέρυσι αποδίδεται κυρίως στις διακυμάνσεις που προκαλούν τα φαινόμενα Ελ Νίνιο και Ελ Νίνια. Ο κλιματολόγος του Μπέρκλεϊ Ζέκε Χαουζφάδερ ξεκαθάρισε ότι η μικρή «βουτιά» του θερμομέτρου το 2018 δεν αντανακλά κάποια ευρύτερη τάση μείωσης της παγκόσμιας θερμοκρασίας. «Η μακροπρόθεσμα τάση είναι εντυπωσιακά ξεκάθαρη», τόνισε.

Παράλληλα, η Μετεωρολογική Υπηρεσία της Βρετανίας, σύμφωνα με το BBC και την «Ιντιπέντεντ», εκτίμησε ότι το 2019 θα υπάρξει μια από τις μεγαλύτερες αυξήσεις στα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα κατά τις τελευταίες έξι δεκαετίες, καθώς συνεχίζεται η μαζική κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων, ενώ τα δάση και οι ωκεανοί εμφανίζουν ολοένα μικρότερη ικανότητα να απορροφήσουν το έξτρα διοξείδιο.

Το παρατηρητήριο αναφοράς στο όρος Μάουνα Λόα της Χαβάης έχει καταγράψει μια αύξηση κατά περίπου 30% του ατμοσφαιρικού διοξειδίου από το 1958. Το 2013 κατέγραψε συγκεντρώσεις διοξειδίου για πρώτη φορά άνω των 400 ppm (μερών ανά εκατομμύριο), ενώ το 2019, σύμφωνα με τους Βρετανούς επιστήμονες, τα μέσα επίπεδα του άνθρακα στην ατμόσφαιρα αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,8 ppm (περισσότερο από όσο το 2018) και να φθάσουν τα 411 ppm, τα υψηλότερα των τελευταίων τουλάχιστον 800.000 ετών.

Στην αρχή της βιομηχανικής εποχής τα επίπεδα του διοξειδίου ήσαν περίπου 280 ppm. Η μέση ετήσια αύξηση, που ήταν λιγότερο από 1 ppm στη δεκαετία του 1950, αγγίζει πλέον τα 3 ppm. Μια ακόμη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση (3,4 ppm) είχε συμβεί το 2016 λόγω ενός πολύ ισχυρού Ελ Νίνιο.Ο

Νέα μελέτη που αναλύει πρόσφατες, ανεξάρτητες παρατηρήσεις από σημαδούρες σε ωκεανούς και άλλες πηγές δεδομένων, αποκαλύπτει ότι οι ωκεανοί της Γης θερμαίνονται με ρυθμό που είναι κατά περίπου 40% ταχύτερος από ό,τι υποδεικνύεται στην έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ, όπως αυτή υπολογίστηκε το 2013.

Οι ωκεανοί απορροφούν περίπου το 93% της πλεονάζουσας θερμότητας που εισέρχεται στο κλιματικό μας σύστημα. Μέχρι στιγμής, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της θερμότητας βρίσκεται στα ανώτερα στρώματα του ωκεανού και διαχέεται με αργό ρυθμό σε βαθύτερα νερά. Η ταχύτερη αύξηση της θερμοκρασίας έχει ήδη οδηγήσει σε ορατές, επιβλαβείς επιπτώσεις, όπως ο εκτεταμένος αποχρωματισμός των κοραλλιών στο Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο και η αύξηση της έντασης των τυφώνων.

«Το κλίμα έχει μακρά μνήμη», δήλωσε ο Ζικ Χαουσφάδερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλι της Καλιφόρνια και μέλος της ερευνητικής ομάδας που συμπεριλαμβάνει Κινέζους και Αμερικανούς επιστήμονες. «Δεν θερμαίνεται τόσο γρήγορα όσο θα μπορούσε και είναι πολύ πιο δύσκολο να επιστρέψει σε χαμηλότερη θερμοκρασία όταν αρχίσει να θερμαίνεται», πρόσθεσε.

Επειδή το θερμικό περιεχόμενο του ωκεανού δεν έχει τόσο απότομες διακυμάνσεις όσο οι επιφανειακές θερμοκρασίες, θεωρείται γενικά πιο αξιόπιστος δείκτης της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Οι θερμότεροι ωκεανοί προκαλούν ήδη πρωτοφανή γεγονότα αποχρωματισμού των κοραλλιών και συμβάλλουν στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, απειλώντας ακόμη και ολόκληρες νησιωτικές χώρες. Επίσης, προκαλούν την τήξη των παγετώνων στη Γροιλανδία και την Ανταρκτική.

Τα θερμότερα νερά των ωκεανών παρέχουν καύσιμο για ακραίες καταιγίδες, με διάφορες μελέτες να αποδεικνύουν τη σύνδεση μεταξύ της υπερθέρμανσης και των καταστροφικών καταιγίδων των πρόσφατων τυφώνων που έπληξαν το Πουέρτο Ρίκο, το Χιούστον και τις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ.

 

Πηγή: GreenAgenda