Posts

To 2015, επιστήμονες από την Κίνα και τις ΗΠΑ ταξίδεψαν στο Θιβέτ για να συλλέξουν δείγματα από τον αρχαιότερο παγετώνα της γης. Τον Ιανουάριο του 2020, δημοσίευσαν μια εργασία στην βάση δεδομένων bioRxiv. Σε αυτήν αναφέρουν πως ανακάλυψαν 28 νέες ομάδες ιών μέσα στον πάγο με ηλικία 15.000 ετών και προειδοποιούν πως η κλιματική αλλαγή που προκαλεί τον λιώσιμο των παγετώνων, μπορεί να απελευθερώσει αυτούς τους άγνωστους ιούς στο περιβάλλον μας.

Η ομάδα έσκαψε με προσοχή σε 50 μέτρα βάθος του παγετώνα για να συλλέξει δυο πυρήνες πάγου, οι οποίοι αργότερα υποβλήθηκαν σε ένα πρωτόκολλο απολύμανσης τριών βημάτων. Από εκεί και πέρα, οι επιστήμονες χρησιμοποιήσαν γνωστές τεχνικές της μικροβιολογίας για να μελετήσουν και να ταυτοποιήσουν τα μικρόβια που ανακάλυψαν μέσα στα δείγματα.

https://www.zmescience.com/ecology/climate/tibetan-glacier-collapse/

Οι τεχνικές αυτές έφεραν στο φως 33 ομάδες ιών, συμπεριλαμβανομένων 28 αρχαίων ιών που οι επιστήμονες δεν είχαν ξαναδεί ποτέ και δεν γνώριζαν τίποτα για αυτούς.

Όπως αναφέρει η ερευνητική ομάδα στην εργασία της, η κλιματική αλλαγή απειλεί τόσο την ικανότητα μας να καταγράψουμε και να αρχειοθετήσουμε αυτές τις μικροσκοπικές μορφές ζωής, όσο και την ικανότητα μας να παραμείνουμε ασφαλείς από εκείνες που είναι επικίνδυνες.

«Με το λιώσιμο των πάγων το λιγότερο που μπορεί να συμβεί, είναι να οδηγηθούμε σε απώλεια των μικροβιακών και ιικών αρχείων, από τα οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε πληροφορίες για τα παλιότερα κλιματικά καθεστώτα της Γης», αναφέρουν στην εργασία.

«Ωστόσο, στο χειρότερο σενάριο, το λιώσιμο των πάγων μπορεί να απελευθερώσει παθογόνους μικροοργανισμούς στο περιβάλλον μας».

ΠΗΓΗ ΕΔΩ .

 

 

Παίρνοντας τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων που βασίζονται στα δύο ακραία σενάρια μπορούμε να δούμε ποιό μπορείνα είναι το εύρος του μέλλοντος του πλανήτης μας.

Ορμώμενοι από την πανδημία που ξέσπασε στις αρχές του 2020, ένα ελπιδοφόρο σενάριο θα ήταν η παγκόσμια συνεργασία των κρατών που ξεκίνησε για την καταπολέμηση του COVID19 να συνεχιστεί με σκοπό την καταπολέμηση ακόμα ενός προβλήματος που επηρεάζει τον πλανήτη, αυτού της κλιματικής αλλαγής. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει μεγάλες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια και ταχύτατες μειώσεις την εκπομπών θερμοκηπικών αερίων με σκοπό τον περιορισμό της αύξηση της θερμοκρασίας στον +1.5°C. Στον αντίποδα, το εφιαλτικό σενάριο, θα ήταν μετά την μεγάλη οικονομική ύφεση από την πανδημία, πολλές χώρες χρησιμοποιούν ακόμα περισσότερο φθηνές μορφές ενέργειες που οδηγεί σε περεταίρω αύξηση των εκπομπών θερμοκηπικών αερίων και άρα σε θερμοκρασιακά επίπεδα κοντά στους +5°C, σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο.

Γενικά, ένα μοντέλο για να παράγει αποτελέσματα για την μελλοντική κατάσταση του πλανήτη, ουσιαστικά εισάγονται σε αυτό και δεδομένα εκπομπών θερμοκηπικών αερίων. Έτσι, έχουν δημιουργηθεί βάσεις δεδομένων τόσο με τα ακραία σενάρια που προαναφέρθηκαν, όσο και με πιο μετριοπαθή.

Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνονται τα διάφορα σενάρια και οι επιπτώσεις τους μέχρι το 2100. Στο πρώτο από τα διαγράμματα φαίνεται το ποσό της θερμότητας που δεσμεύεται από τα θερμοκηπικά αέρια, στο δεύτερο τα σενάρια εξέλιξης των εκπομπών αερίων, στο τρίτο τα σενάρια συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα και στο τελευταία τα σενάρια εξέλιξης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας.

 

 

 

Φαίνεται πως το ακραίο θερμό σενάριο των +5°C μέχρι το 2100 έχει δεχθεί μεγάλη κριτική, επειδή κατά αρκετούς θεωρείται ως παραπλανητικό λαμβάνοντας υπόψη μη ρεαλιστικά δεδομένα για το μέλλον. Ωστόσο, οι επιστήμονες θεωρούν ότι η μελέτη αυτού του σεναρίου έχει αξία όσο οι άνθρωποι κατανοούν τις υποκείμενες υποθέσεις και περιορισμούς που έχουν τα διάφορα σενάρια. Σε κάθε περίπτωση όμως οριοθετεί το μέγιστο που θα μπορούσαμε να αναμένουμε.

 

Σύμφωνα με τον Donald Wuebbles, επιστήμονα της ατμόσφαιρας στο πανεπιστήμιου του Illinois, αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε δεν είναι να προγνώσουμε το μέλλον, αλλά να κατανοήσουμε τους κινδύνους και να εξετάσουμε τα διάφορα επίπεδα θέρμανσης και τους διαφορετικούς τύπους οικονομικής ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, όπως τονίζει και η επιστήμονας περιβάλλοντος και υγείας του πανεπιστημίου της Washington στο Seattle, χρειαζόμαστε αυτά τα αποτελέσματα για να μας δείξουν τι αντίκτυπο θα έχουν οι επιλογές μας στο μέλλον.

 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι η ανάπτυξη αυτών των σεναρίων μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Ως παράδειγμα, μπορούμε να δούμε ότι όταν φτιάχτηκαν τα σενάρια στα οποία βασίζονται τα κλιματικά μοντέλα για να εκτιμήσουν τις μελλοντικές συνθήκες, δεν υπήρχε σαν σκέψη το σενάριο του Brexit, ο οικονομικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ή το ξέσπασμα μιας πανδημίας. Γι’ αυτόν τον λόγο και ο δρόμος για την ανάπτυξη αυτών των σεναρίων είναι γεμάτος εμπόδια αλλά και προκλήσεις.

 

Πηγή: Nature

LIGHTINING STRIKES DEATHS

Ελβετοί επιστήμονες ανέπτυξαν σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που προβλέπει που και πότε θα χτυπήσει κεραυνός.

Ο κεραυνός είναι ένα από τα πιο απρόβλεπτα φαινόμενα στη φύση. Συχνά, σε όλον τον κόσμο σκοτώνει ανθρώπους και ζώα, ενώ βάζει φωτιές σε σπίτια και δάση. Κρατά ακινητοποιημένα στο έδαφος τα αεροπλάνα και κάνει ζημιές σε δίκτυα ηλεκτρικού ρεύματος, ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά.

Λίγα πράγματα είναι γνωστά για το τι πυροδοτεί έναν κεραυνό και μέχρι σήμερα δεν υπήρχε κάποια απλή τεχνολογία πρόβλεψης πότε θα πλήξει το έδαφος.

Τώρα, όμως, επιστήμονες στην Ελβετία ανέπτυξαν ένα απλό και φθηνό πρωτοποριακό σύστημα, που συνδυάζει μετεωρολογικά δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη και το οποίο προβλέπει σε ποιο μέρος και πότε θα «χτυπήσει» κεραυνός.

Είναι η πρώτη φορά στον κόσμο που ένα σύστημα βασίζεται σε απλά μετεωρολογικά δεδομένα για να κάνει -σε πραγματικό χρόνο- πρόβλεψη μελλοντικού κεραυνού.

Οι ερευνητές της Σχολής Μηχανικών της Ελβετικής Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολής της Λωζάννης (EPFL), με επικεφαλής τους Φαρχάντ Ραχιντί και Αμιρχοσεΐν Μοσταζαμπί, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό κλιματικής και ατμοσφαιρικής επιστήμης «Climate and Atmospheric Science».

«Τα υπάρχοντα συστήματα είναι αργά και πολύπλοκα, ενώ απαιτούν ακριβά εξωτερικά δεδομένα από ραντάρ ή δορυφόρους. Η δική μας μέθοδος χρησιμοποιεί απλώς δεδομένα από οποιονδήποτε μετεωρολογικό σταθμό, συνεπώς μπορεί να καλύψει απομακρυσμένες περιοχές εκτός ακτίνας δράσης των ραντάρ και των δορυφόρων, καθώς και εκτός εμβέλειας των δικτύων τηλεπικοινωνιών», δήλωσε ο Μοσταζαμπί.

Προς το παρόν, το σύστημα εκτιμά ότι θα πέσουν κεραυνοί σε μία ακτίνα έως 30 χιλιομέτρων γύρω από το σημείο παρατήρησης (π.χ. μετεωρολογικό σταθμό) μέσα στα επόμενα δέκα έως 30 λεπτά.

Πώς λειτουργεί το σύστημα

Οι προβλέψεις του συστήματος βγαίνουν γρήγορα μετά την επεξεργασία των μετεωρολογικών δεδομένων και τα σήματα προειδοποίησης για κεραυνό μπορούν να εκδοθούν πριν καν τη δημιουργία καταιγίδας.

Το σύστημα βασίζεται σε έναν αλγόριθμο μηχανικής μάθησης που έχει εκπαιδευθεί να αναγνωρίζει στα μετεωρολογικά δεδομένα εκείνες τις συνθήκες που θα οδηγήσουν σε κεραυνούς. Για την εκπαίδευσή του, ο αλγόριθμος τροφοδοτήθηκε με δεδομένα δέκα ετών από δώδεκα ελβετικούς μετεωρολογικούς σταθμούς, τόσο σε αστικές όσο και σε ορεινές περιοχές.

Οι τέσσερις βασικοί παράγοντες που αξιολογεί ο αλγόριθμος είναι η ατμοσφαιρική πίεση, η θερμοκρασία του αέρα, η σχετική υγρασία και η ταχύτητα του ανέμου. Η ακρίβεια πρόβλεψης του συστήματος φθάνει περίπου το 80%.

Οι ερευνητές σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν το νέο σύστημα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος European Laser Lightning Rod, που ξεκίνησε το 2017 και έχει ως στόχο να αναπτύξει τεχνικές για την προστασία από κεραυνικά πλήγματα.

Δείτε ΕΔΩ τη μελέτη.

Πηγή: GreenAgenda

Βελτίωση παρατηρείται την τελευταία 20ετία στον όρμο Θεσσαλονίκης, όσον αφορά την οικολογική ποιότητα του νερού, όμως οι επιστήμονες προβληματίζονται για την αυξανόμενη συχνότητα και μεγαλύτερη ένταση σε φαινόμενα κακής ποιότητας. Συγκριτικά στοιχεία, σε κοινές παραμέτρους που καταγράφηκαν το χρονικό διάστημα 1997 έως το 2018, από το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) και την ερευνητική ομάδα του τμήματος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρουσίασε στο ΑΜΠΕ η καθηγήτρια Βιολογίας του ΑΠΘ, Μαρία Μουστάκα.

Οι δηλώσεις της έγιναν με την ευκαιρία της συμμετοχή της στην εκδήλωση με τίτλο «Θαλάσσια Ρύπανση: Η ανάγκη για γνώση, συνέργειες και δράσεις», που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του προγράμματος «MARLITER: Κοινές δράσεις για την αύξηση της προσβασιμότητας των πολιτών σε βάσεις περιβαλλοντικών δεδομένων και εργαλεία παρακολούθησης με στόχο τον περιορισμό των θαλάσσιων απορριμμάτων στην Λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας».

«Ναι μεν είναι βέβαιο ότι η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από το 1997, που είχαμε κακή οικολογική ποιότητα νερού, ωστόσο τα τελευταία χρόνια καταγράφουμε σποραδικά μεν και χωρίς διάρκεια αλλά με μεγάλη ένταση, περιστατικά που συντελούν στην κακή ποιότητα νερού» εξηγεί η κ.Μουστάκα. «Αν και οι επιστήμονες», όπως ξεκαθαρίζει, «δεν γνωρίζουν επακριβώς τα αίτια, μελετούν κυρίως το εισερχόμενο φορτίο στον όρμο από ανθρωπογενείς δραστηριότητες και την επίδραση της κλιματικής αλλαγής». Στην κατεύθυνση μάλιστα αυτή, γίνονται και πειράματα με δείγματα νερού από τον Θερμαϊκό κόλπο προκειμένου να διαπιστωθεί, «αν για παράδειγμα σε περιόδους παρατεταμένου καύσωνα, λόγω κλιματικής αλλαγής, αυξάνονται οι παρασιτικοί οργανισμοί και επηρεάζεται το τροφικό πλέγμα».

Ανακύκλωση και πλαστική σακούλα

Τον προβληματισμό της σχετικά με την «επόμενη μέρα», μετά τους περιορισμούς χρήσης της πλαστικής σακούλας, έθεσε στην ημερίδα η περιβαλλοντολόγος Χριστίνα Κονταξή. Οπως είπε χαρακτηριστικά, η χώρα μας συμμορφώθηκε μεν με την Ευρωπαϊκή οδηγία για την μείωση της κατανάλωσης αλλά δεν είναι διακριτό πού μετακυλήθηκε το κέρδος των σούπερ- μάρκετ από την προμήθεια πλαστικών σακουλών.

“Δεν είδα μείωση των τιμών στα ράφια” είπε χαρακτηριστικά η κ.Κονταξή, προσθέτοντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα εργοστάσιο διαχείρισης βιοαποικοδομήσιμων-λιπασματοποιήσιμων συσκευασιών που κυκλοφορούν ευρέως.

“Επιπλέον, το 90% των πλαστικών απορριμμάτων που συλλέγονται στις θάλασσες, είναι άχρηστο και δεν υπάρχει ενδιαφέρον να ανακυκλωθεί. Παρακολουθήστε έναν απ΄αυτούς που κλέβουν με καροτσάκι από τους κάδους τα ανακυκλώσιμα. Παίρνουν μόνο αυτά που έχουν αξία, όπως τα αλουμίνια ή το χαρτί” συμπλήρωσε η κ.Κονταξή. Αναφέρθηκε μάλιστα και σε μια δράση καθαρισμού που έγινε το περασμένο καλοκαίρι στον Σχοινιά όπου μαζεύτηκαν 260 κιλά απορρίμματα.

“Απ΄αυτά, τα 100 πήγαν σε ΧΥΤΑ γιατί δεν είχαν αξία, ενώ και τα υπόλοιπα, δεν είναι σίγουρο ότι θα ανακυκλωθούν. ‘Οσο για τις …μπατονέτες που γίνεται πολύ λόγος για την χρήση τους, τις συναντάμε στα θαλάσσια οικοσυστήματα, γιατί πολύ απλά, τις πετάμε μέσα στην τουαλέτα και λόγω ανεπαρκούς επεξεργασίας υγρών αποβλήτων, καταλήγουν στη θάλασσα” υπογράμμισε.

 

Πηγή: GreenAgenda

Mια τοξική βόμβα έχει δημιουργηθεί στο περιβάλλον στο Μάτι, μετά τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου, καθώς το έδαφος και το νερό έχουν μολυνθεί από επικίνδυνες καρκινογόνες και νευροτοξικές ουσίες, όπως προέκυψε από έρευνα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που παρουσιάζει η εφημερίδα Realnews.

Κορυφαίοι επιστήμονες κάνουν λόγο για οικολογική καταστροφή, προειδοποιούν ότι υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των κατοίκων -και ειδικά των παιδιών- και ζητούν να γίνουν μετρήσεις στους βιολογικούς δείκτες του πληθυσμού που έχει εκτεθεί.

Την ίδια ώρα, οι κάτοικοι καταγγέλλουν ότι η αποκομιδή του αμιάντου δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο και πολλά επικίνδυνα μπάζα κατέληξαν σε κοινούς κάδους απορριμμάτων.

Έρευνα στο έδαφος και στο νερό

Όπως αποκαλύπτει στην εφημερίδα «Real» ο υπεύθυνος της έρευνας, καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, στις προκαταρκτικές μετρήσεις «στο έδαφος και στο νερό εντοπίστηκαν ουσίες καρκινογόνες και νευροτοξικές, όπως διοξίνες, φουράνια και πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες κ.λπ. Οι ουσίες αυτές εκλήθησαν σε αέρια μορφή από την καύση οικιακών πλαστικών, αυτοκινήτων, δομικών υλικών κ.λπ. και στη συνέχεια έπεσαν στο έδαφος και μόλυναν τον υδροφόρο ορίζοντα. Παράλληλα, από τις αναλύσεις διαπιστώθηκε μικρή επιβάρυνση στον βυθό της θάλασσας. Οι διοξίνες, τα φουράνια και οι άλλες χημικές ουσίες που εντοπίστηκαν είναι ιδιαίτερα τοξικές, μένουν για μεγάλες χρονικές περιόδους στο περιβάλλον, ενώ στον ανθρώπινο οργανισμό παραμένουν για 67 χρόνια. Είναι καρκινογόνοι παράγοντες και ενδοκρινικοί διαταράκτες, διαλύονται στο λίπος, προκαλούν μεταλλάξεις στα γονίδια, επηρεάζουν το μυοκάρδιο, ενώ στα παιδιά -μεταξύ άλλων- μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα στο γενετικό σύστημα και στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Μάλιστα, μέσα από τον πλακούντα και το μητρικό γάλα, οι μητέρες μεταφέρουν αυτές τις ουσίες απευθείας στα μωρά τους. Το επόμενο βήμα είναι να χαρτογραφήσουμε τις περιοχές με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση προκειμένου να γίνουν άμεσα παρεμβάσεις και να ληφθούν μέτρα απορρύπανσης στο έδαφος της περιοχής, καθώς υπάρχει κίνδυνος οι άνεμοι και οι βροχοπτώσεις να μεταφέρουν αυτές τις ουσίες στις γύρω περιοχές», τονίζει ο κ. Σαρηγιάννης.

Το ενθαρρυντικό είναι πως τα πρώτα αποτελέσματα από τα εργαστήρια του εξωτερικού για την επιβάρυνση σε μέταλλα (μόλυβδος, αμίαντος κ.λπ.) έδειξαν ότι μόνο σε ορισμένες περιοχές οι τιμές ήταν ιδιαίτερα υψηλές και όχι σε όλη την πληγείσα περιοχή.

«Να εξεταστούν οι κάτοικοι»

Την άμεση διενέργεια δειγματοληπτικών εξετάσεων στους κατοίκους της περιοχής, καθώς και σε εργαζομένους και εθελοντές που εκτέθηκαν τόσο στην πυρκαγιά όσο και στα προϊόντα της καύσης, ζητεί ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Τοξικολογίας, Δημήτρης Κουρέτας, καθηγητής Φυσιολογίας Ζωικών Οργανισμών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και μέλος της Επιτροπής Διαχείρισης Χημικών Κρίσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επίσης, προσθέτει ότι «υπάρχει κίνδυνος με τις βροχοπτώσεις οι επικίνδυνες χημικές ουσίες να μεταφέρθηκαν στον υδροφόρο ορίζοντα και πιθανώς στον βυθό της θάλασσας, απ’ όπου μπορεί να μολυνθούν τα ψάρια. Οι κάτοικοι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν πηγάδια για να πίνουν νερό ή να ποτίζουν τα λαχανικά τους, ενώ υπάρχουν οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προστασία των παιδιών, των εγκύων και των ευπαθών ομάδων, οι οποίες δυστυχώς δεν ακολουθήθηκαν».

Από την πλευρά του, ο παιδοχειρουργός Δημήτρης Πετράκης, συνεργάτης του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Εγκληματολογικής Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης, εξηγεί ότι πρόκειται για τη πιο φονική πυρκαγιά του 21ου αιώνα στον κόσμο, σε διάρκεια και έκταση, που είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία αυξάνουν το επίπεδο επικινδυνότητας για τον κόσμο που εκτέθηκε. «Εκλύθηκε στην ατμόσφαιρα μεγάλη ποσότητα χημικών ουσιών, στις οποίες εκτέθηκαν τόσο οι κάτοικοι όσο και τα συνεργεία καθαρισμού και οι εθελοντικές ομάδες. Οι ουσίες αυτές εισπνέονται ή μπαίνουν στον οργανισμό από το δέρμα, για παράδειγμα με τα άπλυτα χέρια, δρουν συσσωρευτικά και μένουν στον ανθρώπινο οργανισμό για μήνες ή για χρόνια. Ειδικά τα παιδιά πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά όταν παίζουν στο έδαφος και να πλένουν τα χέρια τους όταν πιάνουν το χώμα. Είναι σημαντικό να γίνει η ανάλυση των βιοδεικτών των κατοίκων της περιοχής από εξειδικευμένους επιστήμονες, για να δούμε τα επίπεδα μόλυνσης».

Ο κ. Πετράκης προσθέτει ότι, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, η καύση των ελενίτ προκάλεσε διασπορά μεγάλης ποσότητας αμιάντου. «Ωστόσο, οι οδηγίες της πολιτείας άργησαν να βγουν και έτσι τις πρώτες ημέρες οι κάτοικοι τα μάζευαν οι ίδιοι και τα πέταγαν στα σκουπίδια, εκθέτοντας τον εαυτό τους και το περιβάλλον σε μεγάλο κίνδυνο», καταλήγει.

Μια σοβαρή καταγγελία για τη διαχείριση του αμιάντου κάνει ο Θέμης Τσιρόπουλος, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής των κατοίκων του Μάτι. «Ο καθαρισμός των κτιρίων από τον αμίαντο γίνεται από εξειδικευμένες εταιρείες, με συμβάσεις του υπουργείου Υποδομών, οι οποίες ωστόσο άργησαν πολύ να υπογραφούν. Ετσι, ο αμίαντος παρέμεινε για μήνες διάσπαρτος σε όλη την περιοχή, μετακινείτο με τον αέρα και κατά καιρούς είδαμε πεταμένα μπάζα με αμίαντο σε κοινούς κάδους, ενώ το επικίνδυνο αυτό υλικό πρέπει να μεταφέρεται με ειδικές διαδικασίες στο εξωτερικό, όπου καταστρέφεται», υποστηρίζει.

Ο κ. Τσιρόπουλος καταλήγει τονίζοντας ότι η ενημέρωση από την πολιτεία ήταν ανεπαρκής και αποσπασματική και υπάρχει μεγάλη σύγχυση στους κατοίκους για το τι πρέπει να κάνουν.

 

Πηγή: GreenAgenda

Νέα μελέτη που αναλύει πρόσφατες, ανεξάρτητες παρατηρήσεις από σημαδούρες σε ωκεανούς και άλλες πηγές δεδομένων, αποκαλύπτει ότι οι ωκεανοί της Γης θερμαίνονται με ρυθμό που είναι κατά περίπου 40% ταχύτερος από ό,τι υποδεικνύεται στην έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή του ΟΗΕ, όπως αυτή υπολογίστηκε το 2013.

Οι ωκεανοί απορροφούν περίπου το 93% της πλεονάζουσας θερμότητας που εισέρχεται στο κλιματικό μας σύστημα. Μέχρι στιγμής, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της θερμότητας βρίσκεται στα ανώτερα στρώματα του ωκεανού και διαχέεται με αργό ρυθμό σε βαθύτερα νερά. Η ταχύτερη αύξηση της θερμοκρασίας έχει ήδη οδηγήσει σε ορατές, επιβλαβείς επιπτώσεις, όπως ο εκτεταμένος αποχρωματισμός των κοραλλιών στο Μεγάλο Κοραλλιογενή Ύφαλο και η αύξηση της έντασης των τυφώνων.

«Το κλίμα έχει μακρά μνήμη», δήλωσε ο Ζικ Χαουσφάδερ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλι της Καλιφόρνια και μέλος της ερευνητικής ομάδας που συμπεριλαμβάνει Κινέζους και Αμερικανούς επιστήμονες. «Δεν θερμαίνεται τόσο γρήγορα όσο θα μπορούσε και είναι πολύ πιο δύσκολο να επιστρέψει σε χαμηλότερη θερμοκρασία όταν αρχίσει να θερμαίνεται», πρόσθεσε.

Επειδή το θερμικό περιεχόμενο του ωκεανού δεν έχει τόσο απότομες διακυμάνσεις όσο οι επιφανειακές θερμοκρασίες, θεωρείται γενικά πιο αξιόπιστος δείκτης της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Οι θερμότεροι ωκεανοί προκαλούν ήδη πρωτοφανή γεγονότα αποχρωματισμού των κοραλλιών και συμβάλλουν στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, απειλώντας ακόμη και ολόκληρες νησιωτικές χώρες. Επίσης, προκαλούν την τήξη των παγετώνων στη Γροιλανδία και την Ανταρκτική.

Τα θερμότερα νερά των ωκεανών παρέχουν καύσιμο για ακραίες καταιγίδες, με διάφορες μελέτες να αποδεικνύουν τη σύνδεση μεταξύ της υπερθέρμανσης και των καταστροφικών καταιγίδων των πρόσφατων τυφώνων που έπληξαν το Πουέρτο Ρίκο, το Χιούστον και τις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ.

 

Πηγή: GreenAgenda

ΩΚΕΑΝΟΙ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑ

Οι ωκεανοί του πλανήτη μας απορροφούν περισσότερη θερμότητα από ό,τι νόμιζαν έως τώρα οι επιστήμονες, γεγονός που αποτελεί μια νέα κρυφή δυσκολία για τον έλεγχο της κλιματικής αλλαγής.

Μια νέα επιστημονική μελέτη βρήκε ότι, κατά την περίοδο 1991-2016, οι θάλασσες κατακρατούσαν κάθε χρόνο περίπου 60% περισσότερη θερμότητα, σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις που έχει κάνει από το 2014 η Διακυβερνητική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC).

Πρακτικά, σύμφωνα με τους επιστήμονες, αυτό σημαίνει ότι η Γη είναι πιο ευαίσθητη στις εκπομπές των ορυκτών καυσίμων από ό,τι θεωρείτο μέχρι σήμερα. Άρα, η ανθρωπότητα ίσως έχει ακόμη μικρότερο χρονικό «παράθυρο ευκαιρίας» για να αποφύγει μια καταστροφική κλιματική αλλαγή.

Μετά τη νέα εκτίμηση για την απορροφητικότητα των θαλασσών (που βασίσθηκε σε μια νέα ακριβέστερη μέθοδο μέτρησης), οι επιστήμονες εκτιμούν ότι -για να μην ξεπεράσει η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας τους δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα- οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, του κύριου «αερίου του θερμοκηπίου», θα πρέπει να μειωθούν κατά 25% περισσότερο σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Πρίνστον και του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας Scripps του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια γεωεπιστημών Λορ Ρεσπλάντι, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Nature, υπολόγισαν ότι κατά την 25ετία 1991-2016 οι ωκεανοί της Γης απορρόφησαν ετησίως πάνω από 13 zettajoules θερμικής ενέργειας (ένα τζάουλ ακολουθούμενο από 21 μηδενικά). Η ενέργεια αυτή είναι 150 φορές μεγαλύτερη από αυτή που παράγουν κάθε χρόνο οι άνθρωποι με τη μορφή ηλεκτρισμού.

Οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι οι ωκεανοί απορροφούν περίπου το 90% όλης της έξτρα θερμικής ενέργειας που παράγεται καθώς η Γη θερμαίνεται. Η ανακάλυψη ότι οι θάλασσες απορροφούν ακόμη περισσότερη θερμότητα, εκτός από τις επιπτώσεις για την κλιματική αλλαγή, σημαίνει ότι ακόμη λιγότερο οξυγόνο θα υπάρχει στο νερό διαθέσιμο για τους θαλάσσιους οργανισμούς και τα θαλάσσια οικοσυστήματα, ενώ θα υπάρξει και μεγαλύτερη άνοδος της στάθμης των θαλασσών, καθώς όσο θερμαίνεται το νερό, τόσο «φουσκώνει».

 

Πηγή: GreenAgenda

ΥΓΡΟΤΟΠΟΙ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Το 48% των υγροτόπων στη λεκάνη της Μεσογείου έχουν εξαφανιστεί, σύμφωνα με επιστημονική μελέτη που έδωσε στη δημοσιότητα το Μεσογειακό Παρατηρητήριο Υγροτόπων (Mediterranean Wetlands Observatory).

Μάλιστα, όπως έγινε γνωστό, η μέση παγκόσμια απώλεια από το έτος 1970 μέχρι και σήμερα είναι περίπου 35%. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά το Παρατηρητήριο, «το πλέον παραγωγικό οικοσύστημα στον πλανήτη είναι και το πλέον απειλούμενο», ενώ τονίζει την επείγουσα ανάγκη για δράση και λύσεις.

Ζωτικοί για την επιβίωση της ανθρωπότητας, οι υγρότοποι είναι από τα πιο παραγωγικά οικοσυστήματα του πλανήτη. Παρέχουν σχεδόν το σύνολο του γλυκού νερού που καταναλώνεται στον κόσμο, ενώ περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι εξαρτώνται από τους υγροβιότοπους για την επιβίωσή τους, καθώς επίσης και αμέτρητα φυτικά και ζωικά είδη. Οι υγρότοποι εξακολουθούν να καταστρέφονται με γοργούς ρυθμούς ή να υποβαθμίζονται, εξαιτίας της βιομηχανίας, του τουρισμού, της αστικοποίησης και της γεωργία.

Βασική αιτία για την υποβάθμισή τους είναι ο υπερπληθυσμός στην περιοχή της λεκάνης της Μεσογείου, καθώς οι κάτοικοι και οι επισκέπτες αυξήθηκαν συνολικά κατά ένα τρίτο από το 1990 και κατά 42% στις παράκτιες περιοχές.

Το 1/3 των Μεσογειακών χωρών υφίσταται πολύ έντονες πιέσεις, ενώ ιδιαίτερα σοβαρή χαρακτηρίζεται η κατάσταση στις χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά σε αυτές της Βορειοανατολικής Αφρικής.

Το 36% των υγροτόπων της Μεσογείου απειλούνται άμεσα με εξαφάνιση.

Το 95% των υγροτόπων που φιλοξενούν περισσότερα από 50.000 υδρόβια πτηνά είναι παράκτιοι και απειλούνται με βύθιση εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Ο πληθυσμός των θηλαστικών, των αμφιβίων, των ερπετών και των ψαριών έχει μειωθεί περίπου κατά 35% από το 1990.

Εκτιμάται ότι η Ιβηρική Χερσόνησος, το Μαγκρέμπ, τα Βαλκάνια και η Εγγύς Ανατολή είναι οι περιοχές που πιθανόν να χάσουν τον μεγαλύτερο αριθμό υγροτόπων, ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής

Σύμφωνα πάντα με την μελέτη, οι περισσότεροι ποταμοί παρουσίασαν πολύ σημαντική μείωση της ροής (-25 έως -75%), ενώ η γεωργία αποτελεί τον κύριο παράγοντα αύξησης της μείωσης του νερού στη λεκάνη της Μεσογείου με 2/3 του συνόλου.

Επιπλέον, κατά τόπους η ικανότητα ελέγχου των πλημμυρών των υγροτόπων μειώθηκε σε ποσοστό της τάξης του 20%.

Σημειώνεται, ότι το ανθρώπινο οικολογικό αποτύπωμα στη λεκάνη της Μεσογείου είναι σήμερα σχεδόν διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ενώ το 23% των υπόλοιπων υγροτόπων είναι τεχνητοί (π.χ. λιμνοδεξαμενές, αλμυρά εδάφη, ορυζώνες), σε σύγκριση με 12% παγκοσμίως.

Σύμφωνα πάντα με το Παρατηρητήριο, οι καλά οργανωμένοι ή αποκατασταθέντες παράκτιοι υγρότοποι λειτουργούν ως “ρυθμιστές του κλίματος”, παρέχοντας προστασία για τους ανθρώπους και τα αγαθά με πολύ χαμηλό οικονομικό κόστος, ενώ παρέχουν καταφύγιο για απειλούμενα είδη.

Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η βιώσιμη γεωργία μπορεί και πρέπει να συμβιβάσει την επισιτιστική ασφάλεια με τη συντήρηση υγροτόπων.

Όπως έγινε γνωστό, όλο και περισσότεροι άνθρωποι επισκέπτονται και απολαμβάνουν τους Μεσογειακούς υγρότοπους για εκπαιδευτικούς σκοπούς, τουρισμό και αναψυχή ή απλώς για ευεξία.

Σημειώνεται τέλος, ότι περίπου 1.000 εκπρόσωποι από 170 χώρες συγκεντρώνονται στο Ντουμπάι από τις 21 έως τις 29 Οκτωβρίου για να παρακολουθήσουν το 13ο συνέδριο των συμβαλλομένων μερών της σύμβασης Ramsar για τους υγρότοπους και να αποφασίσουν τους καλύτερους τρόπους προστασίας τους.

 

Πηγή: GreenAgenda

ΕΛΒΕΤΙΑ ΧΙΟΝΟΚΑΛΥΨΗ

Το χιόνι εξαφανίζεται σταδιακά στην Ελβετία, φαινόμενο που πιθανώς συνδέεται με την κλιματική αλλαγή. Ενώ οι περιοχές με λίγο ή καθόλου χιόνι κάλυπταν κατά μέσο όρο το 36% της χώρας μεταξύ 1995-2005, αυξήθηκαν στο 44% μεταξύ 2005-2017, μια αύξηση κατά περίπου 5.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, σύμφωνα με μια νέα μελέτη του Πανεπιστημίου της Γενεύης.

Οι ερευνητές, οι οποίοι βασίσθηκαν σε δορυφορικά στοιχεία σε βάθος 22 ετών τόσο από αμερικανικούς (Landsat Earth), όσο και από ευρωπαϊκούς δορυφόρους (Sentinel-2), διαπίστωσαν ότι το χιόνι δεν γίνεται σπανιότερο μόνο στα πεδινά της Ελβετίας αλλά και στα μεγαλύτερα υψόμετρα.

Σύμφωνα με το ΑΜΠΕ, η λεγόμενη «ζώνη του αιώνιου χιονιού» (όπου η πιθανότητα χιονόπτωσης κυμαίνεται από 80% έως 100%) δεν είναι ακριβώς αιώνια. Ενώ την περίοδο 1995-2005 κάλυπτε το 27% της Ελβετίας, μεταξύ 2005-2017 είχε μειωθεί στο 23%, μια απώλεια χιονιού 2.100 τετραγωνικών χιλιομέτρων ή μια έκταση επταπλάσια από το καντόνι της Γενεύης. Η χιονοκάλυψη αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στην Ελβετία, ιδίως για οικονομικούς λόγους (χειμερινός τουρισμός).

 

Πηγή: GreenAgenda

ΚΑΥΣΩΝΑΣ ΗΠΑ ΑΜΕΡΙΚΗ

Ένας συγκεκριμένος τύπος (μοτίβο) ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας φαίνεται ότι αποτελεί οιωνό των επεισοδίων καύσωνα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ερευνητική εργασία που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Nature Geoscience. Σύμφωνα με τους συγγραφείς του άρθρου, η ανακάλυψη αυτή αναμένεται να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της πιο έγκαιρης πρόγνωσης των επεισοδίων καύσωνα, πέρα από το χρονικό όριο της μίας (1) εβδομάδας. 

Όπως εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας του σχετικού άρθρου, Haiyan Teng (κλιματολόγος στο National Centre for Atmospheric Research (NCAR) των ΗΠΑ), τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν ότι η επικράτηση ενός συγκεκριμένου τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας ευνοεί την εκδήλωση καύσωνα στις ΗΠΑ. Ο Teng και οι συ-συγγραφείς της εργασίας παρατήρησαν τη σύνδεση μεταξύ αυτού του ατμοσφαιρικού μοτίβου και των επεισοδίων καύσωνα στις ΗΠΑ, εξετάζοντας 12,000 έτη κλιματικών προσομοιώσεων για το Β. ημισφαίριο. 

Αναλύονται σχεδόν 6,000 επεισόδια καύσωνα που έλαβαν χώρα στις ΗΠΑ, οι ερευνητές του NCAR κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα θερινά επεισόδια καύσωνα στις ΗΠΑ είναι 2 έως 4 φορές περισσότερο πιθανά όταν 10-15 ημέρες νωρίτερα εμφανίζεται στο Β. ημισφαίριο ένας χαρακτηριστικός τύπος κυκλοφορίας, γνωστός ως κυκλοφορία με κυματάριθμο 5. Με απλά λόγια, ο τύπος κυκλοφορίας με κυματάριθμο 5 χαρακτηρίζεται από τη διαδοχική εναλλαγή 5 κέντρων υψηλών και 5 κέντρων χαμηλών πιέσεων, τα οποία σχηματίζουν ένα νοητό δαχτυλίδι που περιβάλλει την μέση τροπόσφαιρα του Β. ημισφαιρίου.

Όπως σημειώνει ο Teng, η ταυτοποίηση αυτού του συγκεκριμένου τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας δεν αποτελεί νέο εύρημα. Ωστόσο, η συνεισφορά της εργασίας του Teng και των συνεργατών του εντοπίζεται στην πιθανή σύνδεση αυτού του τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας με την πιθανότητα εκδήλωσης επεισοδίων καύσωνα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κλιματικών προσομοιώσεων, βρέθηκε ότι κατά τη διάρκεια των είκοσι (20) ημερών που προηγούνται της έναρξης ενός επεισοδίου καύσωνα στις ΗΠΑ, οι αυλώνες (troughs) και οι ράχες (ridges) που συνδέονται με τα προαναφερθέντα 10 κέντρα υψηλών/χαμηλών πιέσεων εμφανίζονται να έχουν ασυνήθιστη ένταση, διεισδύοντας αργά προς δυσμάς γύρω από το Β. ημισφαίριο. Σταδιακά, αναπτύσσεται μία εκτεταμένη ράχη υψηλών πιέσεων η οποία διεισδύει στις ΗΠΑ από το Β. Ατλαντικό, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την εκδήλωση καύσωνα. 

Για την επαλήθευση της συγκεκριμένης θεωρίας, η ερευνητική ομάδα του NCAR εστίασε στα ιστορικά αρχεία επεισοδίων καύσωνα των ΗΠΑ (1948-σήμερα). Όπως προέκυψε από τη σχετική ανάλυση, ένας σημαντικός αριθμός σημαντικών επεισοδίων καύσωνα που επηρέασαν τις ΗΠΑ συνδέονται με τον ταυτοποιηθέντα τύπο ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά ως προς τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης πρόγνωσης επεισοδίων καύσωνα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της σχετικής εργασίας, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση των τύπων κυκλοφορίας καθώς και εξέταση άλλων παραγόντων όπως η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας ή η υγρασία του εδάφους.

Πηγή πρωτότυπου άρθρου: National Geographic
Επιμέλεια-Μετάφραση: Θοδωρής Μ. Γιάνναρος, Φυσικός – Δρ. Φυσικής Περιβάλλοντος