Posts

Σημαντική τάση ανόδου παρουσιάζει θερμοκρασία των υδάτων στο Αιγαίο από το 1990 και μετά σύμφωνα με πρωτότυπη μελέτη ερευνητικής ομάδας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, που φέρνει στη δημοσιότητα η εφημερίδα «Καθημερινή».

Συγκεκριμένα, αναλύοντας όλα τα διαθέσιμα στοιχεία των τελευταίων ετών, η ερευνητική ομάδα Φυσικής Ωκεανογραφίας και Αριθμητικών Μοντέλων του ΕΚΠΑ κατέγραψε πως από το 1990 μέχρι το 2017 η θερμοκρασία της θάλασσας αυξάνεται στο Αιγαίο με ετήσιο ρυθμό περίπου 0,1° C το έτος. Ωστόσο, πρόκειται για μια τάση που αθροιστικά είναι ισχυρή. Ειδικά από το 2004 και μετά οι καμπύλες καταγραφής των μέσων θερμοκρασιών είναι έντονα αυξητικές στο Αιγαίο, διαμορφώνοντας μια ετήσια μέση θερμοκρασία στα επιφανειακά ύδατα (μέχρι 10 μέτρα βάθος) περίπου 20 βαθμούς Κελσίου.

Θερμότερες είναι οι θάλασσες που βρέχουν τα ελληνικά παράλια και στην περιοχή του Ιονίου και στο Κρητικό πέλαγος. Αξιοσημείωτο είναι πως η ερευνητική ομάδα της Φυσικής Ωκεανογραφίας δεν επεξεργάζεται στοιχεία μόνο για τα επιφανειακά ύδατα, που προφανώς επηρεάζονται περισσότερο από τις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας, αλλά αντλούν δεδομένα από διάφορα βάθη και μέχρι τις 4.000 μέτρα. Η τάση ανόδου της θερμοκρασίας μοιάζει να κάνει… μακροβούτι και παρατηρείται και στη θαλάσσια στήλη από τη φωτεινή επιφάνεια μέχρι τον σκοτεινό βυθό, αν και με μικρότερη ένταση.

 

Τα θαλάσσια ρεύματα

 

 

Γιατί όμως θερμαίνονται τα νερά στο Αιγαίο τις τελευταίες δεκαετίες και ποια είναι η σχέση με τα θαλάσσια ρεύματα στη Μεσόγειο; Η ερευνητική ομάδα έχει μελετήσει και τις θερμοκρασιακές τάσεις στη Μεσόγειο, όπου καταγράφεται από το 1960 και μετά μια γενική τάση θέρμανσης των υδάτων, η οποία κατά μέσον όρο φτάνει τον 0,5 βαθμό Κελσίου στα σχεδόν 60 χρόνια μελέτης. Δεν πρόκειται για μια ομοιόμορφη τάση. Η θερμοκρασία αυξάνεται περισσότερο στη Δυτική Μεσόγειο, ενώ στη νοτιοανατολική λεκάνη παρατηρήθηκε ψύξη, όπως και στη Βόρεια Αδριατική και στον Κόλπο της Σύρτης (μεταξύ 1980-2017).

Τα μυστήρια της Μεσογείου και του Αιγαίου και τη σχέση αυτών των φαινομένων με τη διαδικασία της κλιματικής αλλαγής φωτίζει η «Κ» συζητώντας με τρεις συντελεστές της ερευνητικής ομάδας Φυσικής Ωκεανογραφίας και Αριθμητικών Μοντέλων, τον κ. Σαράντη Σοφιανό, επίκουρο καθηγητή στον τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ και συντονιστή της ομάδας, τον δρα Βασίλη Βερβάτη επιστημονικό συνεργάτη του ΕΚΠΑ και την κ. Μαριλία Μαυροπούλου, υποψήφια διδάκτορα.

Παρότι η γενική τάση είναι η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, προκαλεί έκπληξη η μεγάλη ποικιλία μεταβολών στις διάφορες περιοχές της Μεσογείου. «Στην εποχή της κλιματικής αλλαγής καταγράφονται διαφορετικές τάσεις θέρμανσης, αλλά και ψύξης μεταξύ θαλάσσιων περιοχών. Καταρρίπτεται η απλοϊκή εικόνα μιας γενικευμένης και αργής θέρμανσης του πλανήτη και των ωκεανών. Οι μηχανισμοί που λειτουργούν είναι σύνθετοι. Για παράδειγμα, στους χάρτες που παρατίθενται, η Βόρεια Αδριατική παρουσιάζει έντονες τάσεις ψύξης σε αντίθεση με το Βόρειο Αιγαίο (και όλες τις θαλάσσιες περιοχές γύρω από την ηπειρωτική Ελλάδα), όπου τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφονται έντονες τάσεις θέρμανσης (κοντά στο 0,1° C ανά χρόνο), ύστερα από μία περίοδο σημαντικής ψύξης την περίοδο 1960-1990. Η διακύμανση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας σειράς αλλαγών, που πέρα από τις ατμοσφαιρικές συνθήκες περιλαμβάνουν αλλαγές στην κυκλοφορία των νερών της Μεσογείου και επίδραση των σχετικά γλυκών νερών της Μαύρης Θάλασσας, που εισέρχονται στο Αιγαίο από το στενό των Δαρδανελλίων», λέει στην «Καθημερινή» ο κ. Σοφιανός.

 

Οι κλιματικές ταλαντώσεις

«Στην όλη παραπάνω διαδικασία πρέπει να συμπεριλάβουμε και την επίδραση των λεγόμενων φυσικών διακυμάνσεων του κλίματος, των κλιματικών ταλαντώσεων. Αυτές δεν οφείλονται άμεσα στις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, αλλά αλληλοεπιδρούν με το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής και περιπλέκουν την ατμοσφαιρική επίδραση και την κυκλοφορία μέσα στη Μεσόγειο», συμπληρώνει ο κ. Σοφιανός.

«Η κυρίαρχη κυκλοφορία των νερών στη Μεσόγειο Θάλασσα θυμίζει μια “αντίστροφη εκβολή ποταμού”, επειδή χάνει σταθερά νερό, καθώς οι απώλειες από εξάτμιση είναι πολύ μεγαλύτερες από την είσοδο νερού λόγω βροχής και ποταμιών. Επίσης αποβάλλει και θερμότητα προς την ατμόσφαιρα. Η αναπλήρωση του νερού γίνεται μέσω του στενού του Γιβραλτάρ, όπου εμφανίζεται επιφανειακή εισροή νερών (με σχετικά χαμηλή αλατότητα) του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού. Τα νερά αυτά ταξιδεύουν ανατολικά και γίνονται πιο αλμυρά και ψυχρά λόγω έντονης εξάτμισης και ψύξης. Η διεργασία αυτή δημιουργεί πυκνά νερά τα οποία βυθίζονται στις βαθιές λεκάνες της Μεσογείου, ενώ μέρος τους εκρέει μέσω των βαθύτερων σημείων του Γιβραλτάρ στον Ατλαντικό Ωκεανό», εξηγεί ο δρ Βερβάτης.

Τα βαθιά νερά, σε αντίθεση με τα επιφανειακά, δεν δέχονται την άμεση επίδραση της ατμόσφαιρας. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούνται κι εκεί έντονες και απότομες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, σημειώνουν τα μέλη της ερευνητικής ομάδας, κυρίως λόγω του μικρού μεγέθους της Μεσογείου. Στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρήθηκε απότομη αύξηση της θερμοκρασίας σε βάθη μεγαλύτερα των 500 μέτρων (ύστερα από μια περίοδο απότομης ψύξης).

«Ο πολυσύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων που διαμορφώνουν τη θαλάσσια θερμοκρασία στη Μεσόγειο καθιστά πολύπλοκη τόσο την καταγραφή όσο και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των μετρήσεων. Ενας επιπλέον παράγοντας που δυσχεραίνει τη μελέτη και κατανόηση των αλλαγών που συμβαίνουν και τη σχέση τους με την κλιματική αλλαγή είναι η σποραδική και ανομοιόμορφη κατανομή των μετρήσεων. Υπάρχουν περιοχές της Μεσογείου με ικανοποιητικό αριθμό μετρήσεων και άλλες με ελάχιστες, ακόμη και ανύπαρκτες μετρήσεις», σημειώνει η κ. Μαυροπούλου.

 

Το δίκτυο των μετρήσεων

Η ερευνητική ομάδα του ΕΚΠΑ χρησιμοποίησε όλες τις διαθέσιμες επιτόπιες μετρήσεις των τελευταίων 58 ετών, με στόχο την ομογενοποίησή τους. Οι μετρήσεις προέρχονται κατά κύριο λόγο από ωκεανογραφικούς πλόες (μετρήσεις από ωκεανογραφικό σκάφος), ενώ τις τελευταίες δεκαετίες εμπλουτίστηκαν σημαντικά από αυτόνομους πλωτήρες, όργανα που αφήνονται στη θάλασσα και ανεβοκατεβαίνουν στην υδάτινη στήλη. «Για την κάλυψη των κενών στις μετρήσεις αξιοποιήθηκαν σύγχρονες αξιόπιστες στατιστικές μέθοδοι ανάλυσης δεδομένων, ώστε τα αποτελέσματα να μπορούν να “αναπτυχθούν” σε όλη τη Μεσόγειο», εξηγεί η κ. Μαυροπούλου.

Πίσω από το πολύ σημαντικό αυτό έργο βρίσκονται 20 χρόνια δουλειάς της ερευνητικής ομάδας Φυσικής Ωκεανογραφίας και Αριθμητικών Μοντέλων, η οποία δραστηριοποιείται και στη συστηματική παρακολούθηση και πρόγνωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος με έμφαση στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνικές θάλασσες (συστήματα ALERMO και TRITON).

 

Πηγή: GreenAgenda

Ο Σεπτέμβριος του 2019 «ισοφάρισε» τον αντίστοιχο μήνα του 2015, ως ο πιο ζεστός Σεπτέμβριος στα μετεωρολογικά χρονικά στη Γη κατά τα τελευταία 140 χρόνια, από το 1880, σύμφωνα με την Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (ΝΟΑΑ) των ΗΠΑ.

Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία της ξηράς και των ωκεανών το Σεπτέμβριο φέτος ήταν 0,95 βαθμούς Κελσίου πάνω από το μέσο όρο του 20ού αιώνα. Ο φετινός Σεπτέμβριος ήταν ο 43ος συνεχόμενος Σεπτέμβριος και ο 417ος συνεχόμενος μήνας, που οι θερμοκρασίες τους βρέθηκαν πάνω από τον μέσο όρο του προηγούμενου αιώνα.

Παράλληλα, το πρώτο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019 υπήρξε το δεύτερο θερμότερο στην ιστορία (το ρεκόρ πρώτου εννεαμήνου κατέχει το 2016).

Μετά από αυτό, η ΝΟΑΑ εκτιμά ότι το 2019 θα είναι σχεδόν σίγουρα το δεύτερο πιο ζεστό έτος μετά το 2016.

 

Πηγή: GreenAgenda

Σημαντική αύξηση καταγράφεται στον αριθμό των «ζεστών ημερών» (ημέρες που κάποιος αισθάνεται δυσφορία λόγω της ζέστης), με μέσο ρυθμό πέντε πρόσθετων ημερών ανά δεκαετία.

Μελέτη ερευνητών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ), η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό κλιματολογίας «International Journal of Climatology», έδειξε πως κάθε δεκαετία που περνά αυξάνεται στην Ελλάδα ο αριθμός των πολύ ζεστών ημερών και παράλληλα μειώνεται ο αριθμός των πολύ κρύων βραδιών μέσα στη χρονιά, κάτι που έχει επιπτώσεις στην υγεία και στην ευεξία των κατοίκων της Ελλάδας.

Οι μεγαλύτερες τάσεις αύξησης εμφανίζονται στη δυτική και στη βόρεια Ελλάδα.

Στα Ιωάννινα, για παράδειγμα, οι «ζεστές ημέρες» αυξάνονται με ρυθμό έξι ημερών ανά δεκαετία. Στην ήδη ευάλωτη στη ζέστη Λάρισα και γενικότερα τη Θεσσαλία, ο ρυθμός αύξησης φτάνει τις τέσσερις ημέρες ανά δεκαετία, όσο και στην Αττική. Αρκετά μικρότεροι είναι οι ρυθμοί αύξησης στην Κρήτη και τη Ρόδο (δύο και τρεις μέρες αντίστοιχα), γεγονός που σε μεγάλο βαθμό αποδίδεται στην ευεργετική δράση των εποχιακών ανέμων βορείων διευθύνσεων (μελτέμι).

Από την άλλη, στην Ελλάδα καταγράφεται σημαντική μείωση του αριθμού των «κρύων νυχτών» (νύκτες που κάποιος αισθάνεται δροσιά/κρύο) με μέσο ρυθμό επτά νυχτών ανά δεκαετία. Με άλλα λόγια, οι νύχτες στην Ελλάδα γίνονται πιο ζεστές, περιορίζοντας σημαντικά τα χρονικά διαστήματα, στα οποία κάποιος μπορεί να ανακουφιστεί από την αίσθηση της ζέστης, ιδιαίτερα σε περιόδους καύσωνα.

Οι μεγαλύτερες τάσεις μείωσης αφορούν τη νότια Ελλάδα.

Στη Ρόδο και την Κρήτη, για παράδειγμα, οι «κρύες νύχτες» ελαττώνονται με ρυθμό δέκα και εννέα ανά δεκαετία αντίστοιχα. Στην Αττική η μείωσή τους είναι οκτώ μέρες ανά δεκαετία, έναντι πέντε της Λάρισας και της Θεσσαλονίκης.

Η μελέτη βασίσθηκε σε υψηλής ανάλυσης αριθμητικές προσομοιώσεις του κλίματος, ενώ εφαρμόζοντας ένα εξειδικευμένο άνθρωπο-βιομετεωρολογικό μοντέλο, μελετήθηκαν τα χαρακτηριστικά και οι τάσεις των άνθρωπο-βιοκλιματικών συνθηκών στη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια της περιόδου 1987 – 2016. Ειδικότερα, υπολογίστηκε ο δείκτης της φυσιολογικά ισοδύναμης θερμοκρασίας (PET – Physiologically Equivalent Temperature), ο οποίος εκτιμά πόσο ζέστη ή κρύο (θερμική αίσθηση) αισθάνεται κάποιος και πόσο επιβαρύνεται αντίστοιχα ο οργανισμός του (θερμική επιβάρυνση), λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση των μετεωρολογικών συνθηκών (θερμοκρασία, υγρασία, άνεμος, ακτινοβολία) και τα χαρακτηριστικά του ατόμου (ηλικία, φύλο, μεταβολισμός κ.α.).

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι γενικότερα το θερμικό βιοκλίμα της Μεσογείου -όχι μόνο της Ελλάδας- υπέστη σημαντική θέρμανση κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών. Παρά το γεγονός πως η Ελλάδα δεν επηρεάστηκε από το ισχυρό κύμα καύσωνα που έχει πλήξει την κεντρική και δυτική Ευρώπη τις τελευταίες ημέρες, παραμένει μία από τις πλέον ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή περιοχές της Ευρώπης, σύμφωνα με τους επιστήμονες του ΕΑΑ.

Πηγή: cnn.gr

Εξαιρετικά παράξενο έτος χαρακτήρισε το 2019 ο καθηγητής Φυσικής της Ατμόσφαιρας Χρήστος Ζερεφός, σχολιάζοντας τα επεισόδια με την παρουσία σκόνης στην ατμόσφαιρα.

«Υπάρχει κλιματική ανωμαλία, η οποία ακόμα δεν ξέρουμε πώς δημιουργήθηκε τόσο σταθερή και έχουμε αυτή την περίεργη άνοιξη και τον περίεργο χειμώνα», δήλωσε ο κ. Ζερεφός στον ραδιοφωνικό σταθμό ΘΕΜΑ 104,6.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «θα έχουμε περισσότερα βαρομετρικά χαμηλά που φέρνουν τη σκόνη από την Αφρική» ενώ πρόσθεσε ότι «δύο ή τρεις φορές η σκόνη έχει πάει αραιωμένη μέχρι τη Σκανδιναβία».

«Τόσες ημέρες δεν είχαμε πράγματι τόση σκόνη και μάλιστα είχαμε καμιά 15αριά χρόνια να δούμε τόσο πολύ. Το θέμα είναι ότι αυτό το φαινόμενο επαναλαμβάνεται. Η συχνότητα εμφάνισης είναι ένα θέμα που κανείς δεν μπορεί να αποδώσει είτε στην κλιματική αλλαγή είτε σε άλλο αίτιο», πρόσθεσε ο κ. Ζερεφός.

Οι αναλύσεις, πάντως, σύμφωνα με τον κ. Ζερεφό, δείχνουν ότι η σκόνη που αιωρείται «είναι άμμος σαν αυτή που βλέπουμε την παραλία».

 

Πηγή: GreenAgenda

Οι ανεμοστρόβιλοι είναι ένα φαινόμενο που μας απασχολεί όλο και συχνότερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κλιματολογία τους στην Ευρώπη.

 

Μελέτη δημοσιευμένη το 2014 χρησιμοποιεί δεδομένα ανεμοστρόβιλων στην Ευρώπη κατά την περίοδο 1950-2013 με σκοπό την κατανόηση της χωρικής και χρονικής κατανομής αυτού του φαινομένου.

Ολόκληρη τη μελέτη των Groenemeijer και Kuhne (2014) (από την οποία αντλήσαμε πληροφορίες για το παρόν άρθρο) μπορείτε να δείτε ΕΔΩ.

Μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει ότι το μέγιστο των ανεμοστρόβιλων συνολικά, αλλά και των ισχυρότερων σε ένταση συμβαίνει στην κεντρική Ευρώπη και συγκεκριμένα στη βόρεια-βορειοδυτική Γερμανία και τα βόρεια της Γαλλίας.

Σε ημερήσια βάση, οι ανεμοστρόβιλοι ξηράς παρουσιάζουν μέγιστο εμφάνισης μεταξύ 15:00 και 17:00 τοπικής ώρας και ελάχιστο το διάστημα μεταξύ 23:00 και 07:00. Αντίθετα οι ανεμοστρόβιλοι θαλάσσης εμφανίζουν μέγιστη συχνότητα τις πρωινές ώρες (09:00-10:00).

Στον χάρτη που ακολουθεί (ο οποίος προέρχεται από την προαναφερόμενη μελέτη), φαίνεται ποιος είναι ο μήνας με τη μέγιστη (κατά μέσο όρο) δραστηριότητα ανεμοστρόβιλων ανά περιοχή πάνω από την Ευρώπη. Είναι σαφές ότι στις βορειότερες χώρες αυτοί εμφανίζονται τους θερινούς μήνες, ενώ στις νοτιότερες κατά τους χειμερινούς μήνες.

Μέσα στα πιο θανατηφόρα επεισόδια ανεμοστρόβιλων συγκαταλέγονται ένας στο Montville της Γαλλίας στις 19/8/1845 (70 νεκροί), ένας στο Ivanovo της Ρωσίας στις 9/6/1984 (69 νεκροί), ένας στη Μαδρίτη της Ισπανίας στις 12/5/1886 (47 νεκροί) και ένας στη Sava της Ιταλίας στις 21/9/1897 (40 νεκροί).

 

Δείτε επίσης: Καταστροφικός ανεμοστρόβιλος στην Αντάλια της Τουρκίας (βίντεο)

ΚΑΥΣΩΝΑΣ ΗΠΑ ΑΜΕΡΙΚΗ

Ένας συγκεκριμένος τύπος (μοτίβο) ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας φαίνεται ότι αποτελεί οιωνό των επεισοδίων καύσωνα στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ερευνητική εργασία που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Nature Geoscience. Σύμφωνα με τους συγγραφείς του άρθρου, η ανακάλυψη αυτή αναμένεται να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της πιο έγκαιρης πρόγνωσης των επεισοδίων καύσωνα, πέρα από το χρονικό όριο της μίας (1) εβδομάδας. 

Όπως εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας του σχετικού άρθρου, Haiyan Teng (κλιματολόγος στο National Centre for Atmospheric Research (NCAR) των ΗΠΑ), τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν ότι η επικράτηση ενός συγκεκριμένου τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας ευνοεί την εκδήλωση καύσωνα στις ΗΠΑ. Ο Teng και οι συ-συγγραφείς της εργασίας παρατήρησαν τη σύνδεση μεταξύ αυτού του ατμοσφαιρικού μοτίβου και των επεισοδίων καύσωνα στις ΗΠΑ, εξετάζοντας 12,000 έτη κλιματικών προσομοιώσεων για το Β. ημισφαίριο. 

Αναλύονται σχεδόν 6,000 επεισόδια καύσωνα που έλαβαν χώρα στις ΗΠΑ, οι ερευνητές του NCAR κατέληξαν στο συμπέρασμα πως τα θερινά επεισόδια καύσωνα στις ΗΠΑ είναι 2 έως 4 φορές περισσότερο πιθανά όταν 10-15 ημέρες νωρίτερα εμφανίζεται στο Β. ημισφαίριο ένας χαρακτηριστικός τύπος κυκλοφορίας, γνωστός ως κυκλοφορία με κυματάριθμο 5. Με απλά λόγια, ο τύπος κυκλοφορίας με κυματάριθμο 5 χαρακτηρίζεται από τη διαδοχική εναλλαγή 5 κέντρων υψηλών και 5 κέντρων χαμηλών πιέσεων, τα οποία σχηματίζουν ένα νοητό δαχτυλίδι που περιβάλλει την μέση τροπόσφαιρα του Β. ημισφαιρίου.

Όπως σημειώνει ο Teng, η ταυτοποίηση αυτού του συγκεκριμένου τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας δεν αποτελεί νέο εύρημα. Ωστόσο, η συνεισφορά της εργασίας του Teng και των συνεργατών του εντοπίζεται στην πιθανή σύνδεση αυτού του τύπου ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας με την πιθανότητα εκδήλωσης επεισοδίων καύσωνα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κλιματικών προσομοιώσεων, βρέθηκε ότι κατά τη διάρκεια των είκοσι (20) ημερών που προηγούνται της έναρξης ενός επεισοδίου καύσωνα στις ΗΠΑ, οι αυλώνες (troughs) και οι ράχες (ridges) που συνδέονται με τα προαναφερθέντα 10 κέντρα υψηλών/χαμηλών πιέσεων εμφανίζονται να έχουν ασυνήθιστη ένταση, διεισδύοντας αργά προς δυσμάς γύρω από το Β. ημισφαίριο. Σταδιακά, αναπτύσσεται μία εκτεταμένη ράχη υψηλών πιέσεων η οποία διεισδύει στις ΗΠΑ από το Β. Ατλαντικό, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για την εκδήλωση καύσωνα. 

Για την επαλήθευση της συγκεκριμένης θεωρίας, η ερευνητική ομάδα του NCAR εστίασε στα ιστορικά αρχεία επεισοδίων καύσωνα των ΗΠΑ (1948-σήμερα). Όπως προέκυψε από τη σχετική ανάλυση, ένας σημαντικός αριθμός σημαντικών επεισοδίων καύσωνα που επηρέασαν τις ΗΠΑ συνδέονται με τον ταυτοποιηθέντα τύπο ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας.

Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά ως προς τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης πρόγνωσης επεισοδίων καύσωνα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της σχετικής εργασίας, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση των τύπων κυκλοφορίας καθώς και εξέταση άλλων παραγόντων όπως η μέση θερμοκρασία της επιφάνειας της θάλασσας ή η υγρασία του εδάφους.

Πηγή πρωτότυπου άρθρου: National Geographic
Επιμέλεια-Μετάφραση: Θοδωρής Μ. Γιάνναρος, Φυσικός – Δρ. Φυσικής Περιβάλλοντος