Το τριήμερο από τις 9 έως τις 11 Ιανουαρίου υπήρξαν αναφορές κατοίκων για κακή ποιότητα του αέρα στη Θεσσαλονίκη, κυρίως στη δυτική πλευρά της πόλης. Σε πολλές περιπτώσεις η δημιουργούμενη αιθαλομίχλη ήταν εύκολα ορατή. Από τα υψηλά ποσοστά αιωρούμενων σωματιδίων το τοπίο ήταν θολό.

Η παραγωγή σωματιδίων από την αυξημένη χρήση εστιών θέρμανσης, όπως οι θερμάστρες και τα τζάκια, τα αυτοκίνητα σε συνδυασμό με μετεωρολογικές συνθήκες ευνόησαν τη συγκέντρωση των ρύπων στον αέρα (χαμηλές ταχύτητες ανέμου, θερμοκρασιακές αναστροφές, κλπ.).

Σύμφωνα με το Ημερήσιο Δελτίο Τιμών Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης της ΠΚΜ, η συγκέντρωση των αιωρούμενων σωματιδίων PM10 στον σταθμό μέτρησης του Κορδελιού ξεπέρασε το ημερήσιο όριο των 50 μg/m3 για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Συγκεκριμένα για τις 9/1, 10/1 και 11/1 η μέση ημερήσια συγκέντρωση PM10 μετρήθηκε στα 60, 98 και 68 μg/m3, αντίστοιχα.

«Οι τιμές αυτές σε συνδυασμό με τις επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες είναι ικανές να δημιουργήσουν το φαινόμενο της αιθαλομίχλης», τόνισε μιλώντας στη Greenagenda.gr ο Δρ. Χημικός Μηχανικός, Δημήτριος Κουτσονικόλας.

Όπως εξήγησε ο κ. Κουτσονικόλας, η συγκέντρωση των ρύπων σε μια περιοχή εξαρτάται: α) από τις εκπεμπόμενες ποσότητες των ρύπων οι οποίες είναι άμεσα εξαρτώμενες από το πλήθος και το μέγεθος των πηγών εκπομπής και β) από τις συνθήκες αερισμού της περιοχής.

Αν και η περιγραφή και ανάλυση του αερισμού μιας περιοχής είναι πολύπλοκη, υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που είναι κοινώς αποδεκτό ότι ευνοούν τα επεισόδια ρύπανσης. Τέτοιες είναι οι συνθήκες άπνοιας ή χαμηλών ταχυτήτων ανέμου και οι συνθήκες θερμοκρασιακών αναστροφών.

«Θερμοκρασιακή αναστροφή έχουμε όταν η θερμοκρασία του αέρα σε ένα στρώμα πάνω από το έδαφος είναι μεγαλύτερη από αυτή που επικρατεί κοντά στο έδαφος (σε αντίθεση με την συνήθη κατανομή της θερμοκρασίας, η οποία μειώνεται με το ύψος). Ένα τέτοιο φαινόμενο αποτρέπει τις κατακόρυφες κινήσεις των αερίων μαζών και ευνοεί τον εγκλωβισμό των ρύπων κοντά στο έδαφος», επισήμανε ο ίδιος.

Και πρόσθεσε: «Από την άλλη είναι προφανές ότι όσο χαμηλότερη είναι η ταχύτητα του ανέμου τόσο μικρότερη οριζόντια διασπορά των ρύπων παρατηρείται και άρα ευνοούνται τα επεισόδια ρύπανσης κοντά στις πηγές εκπομπής. Με την αλλαγή των μετεωρολογικών συνθηκών συνήθως τα φαινόμενα αυτά υποχωρούν γρήγορα», ανέφερε ο κ. Κουτσονικόλας.

 

Πηγή: Green Agenda