Η χώρα μας βίωσε άλλη μία κακοκαιρία, από την οποία μετράει πληγές. Ερωτήματα εγείρονται σχετικά με το αν υπήρχαν αυτά τα προγνωστικά στοιχεία που υποδείκνυαν την κρίσιμη κατάσταση στην Εύβοια.

 

Η επόμενη μέρα βρίσκει τους κατοίκους των περιοχών που επλήγησαν οργισμένους και την πολιτεία θεατή μίας ακόμη ακραίας κατάστασης. Πολλά τα ερωτηματικά, αλλά ο μόνος τρόπος για να τα απαντήσουμε αν δεν έχουν ήδη απαντηθεί, είναι η λογική.

 

Ερώτημα πρώτο: Υπήρχε προειδοποίηση ισχυρών φαινομένων για την περιοχή;

Εφόσον υπάρχει αυτό το ερώτημα, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν παρακολουθούμε τις συστάσεις των ειδικών και τα δελτία των αρμόδιων αρχών. Αν το κάναμε τότε θα γνωρίζαμε ότι είχαν εκδοθεί δελτία και προειδοποιήσεις.

 

Ερώτημα δεύτερο: Γνωρίζαμε ακριβώς την κατάσταση που θα επικρατήσει με αριθμούς;

Αυτό είναι ένα “πονηρό” ερώτημα. Ένας μετεωρολόγος που σέβεται την ιδιότητά του, θα έπρεπε, αφού έχει κοιτάξει προσεκτικά τα στοιχεία, να εκτιμήσει σε μεγάλο βαθμό αυτήν την ακραία κατάσταση. Όχι να εκτιμήσει ότι θα πέσουν 300mm, αλλά να προειδοποιήσει την πολιτική προστασία ώστε να είναι σε επαγρύπνηση για πιθανά προβλήματα.

 

Στα παρακάτω σετ χαρτών που ακολουθούν φαίνεται η πρόγνωση ύψους βροχής περίπου 24 ώρες νωρίτερα της εκδήλωσης ακραίων φαινομένων στην Εύβοια, όπως αποτυπώθηκε από τα δύο μεγάλα προγνωστικά μοντέλα, το ECMWF και το GFS. Κανένα από τα δύο μοντέλα δεν έδωσε εκτιμώμενο συνολικό ύψος υετού πάνω από 50mm. Μία μέρα μετά υπήρξαν σταθμοί που κατέγραψαν περισσότερα από 300mm, δηλαδή βροχή που μπορεί μία περιοχή στην Ελλάδα (πχ. Θεσσαλονίκη) να δεχτεί συνολικά κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους. Αν και τα 50mm είναι ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσό βροχής που κατά μεγάλη πιθανότητα δεν μπορεί να δημιουργήσει τις εικόνες που τελικά είδαμε.

 

Αυτό όμως που πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι ένας μετεωρολόγος δεν κοιτάει (ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να κοιτάει) μόνο το προϊόν του μοντέλου που απεικονίζει τον υετό, αλλά όλες εκείνες τις παραμέτρους που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα εκδηλωθεί υετός (δηλαδή βροχή, χαλάζι, χιόνι κλπ). Τα μοντέλα ακολουθούν μία τυποποιημένη διαδικασία μέσω συγκεκριμένου αλγορίθμου εξάγοντας τον εκτιμώμενο υετό όταν συγκεκριμένες συνθήκες ικανοποιούνται. Επίσης, τα μοντέλα κάνουν μία σειρά από παραδοχές λόγω των πάντα περιορισμένων υπολογιστικών πόρων που διατίθενται. Για παράδειγμα η ανάλυση των χαρτών του gfs που βλέπουμε παραπάνω είναι περίπου 27km. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι το μοντέλο αντιλαμβάνεται την Εύβοια σαν μία περιοχή μήκους 5 κελιών και πλάτους 2 κελιών, τα οποία έχουν διάσταση 27x27km. Να υπενθυμίσουμε ότι η Εύβοια είναι ένα νησί με μεγάλη πολυπλοκότητα στο ανάγλυφο. Στην εικόνα που ακολουθεί φάινεται το πως ένα μοντέλο ανάλυσης 27km μπορεί να αντιληφθεί την Εύβοια (να τονιστεί ότι το σχήμα δημιουργήθηκε μόνο για λόγους άπεικόνισης και κατανόησης και δεν αποτελεί πραγματικό πλέγμα που χρησιμοποιείται από μοντέλα). Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι ένα τετράγωνο (ή κελί) μπορεί να περιέχει μέσα του τόσο μία περιοχή υψομέτρου 2000 μέτρων όσο και περιοχές με μηδενικό υψόμετρο. Αυτό κατά συνέπεια σημαίνει ότι το μοντέλο αντιλαλβάνεται αυτήν την περιοχή σαν μία περιοχή με ένα μέσο υψόμετρο (π.χ. 1000 μέτρων), αγνοώντας τελικά κατά πολύ την πραγματικότητα.

 

Ένας μετεωρολόγος που σέβεται την ιδιότητά του οφείλει να εκτιμήσει συνολικά την κατάσταση, να χρησιμοποιήσει σωστά τις γνώσεις του και να ερμηνεύσει αυτό που δεν μπορεί να δει ένας απλός πολίτης που απλά μπορεί να κοιτάξει έναν χάρτη υετού. Παρακάτω ακολουθούν τρεις χάρτες που αποτελούν κλειδί στην πρόγνωση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Ο πρώτος χάρτης (δεξιά) απεικονίζει τον δείκτη αστάθειας CAPE, έναν δείκτη που μας δείχνει τη δυνητικότητα μίας αέριας μάζας να μεταφερθεί από την επιφάνεια της γης προς τα πάνω. Θετικές τιμές αυτού του δείκτη υπονοούν την ανωμεταφορά μίας αέριας μάζας (υπενθυμίζουμε ότι ανοδική κίνηση υγρής αέριας μάζας μπορεί να δημιουργήσει σύννεφα όταν φτάσει συγκεκριμένο σημείο της τροπόσφαιρας, το σημείο συμπύκνωσης). Βλέπουμε λοιπόν ότι στην περιοχή βορειοανατολικά της Εύβοιας ο δείκτης CAPE ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένος τα ξημερώματα της Κυριακής.

Στον δεύτερο χάρτη βλέπουμε την σύγκλιση αερίων μαζών, καθώς το βορειοδυτικό ρεύμα παράλληλα με την ακτογραμμή της Θεσσαλίας συγκρούεται με το βορειοανατολικό ρεύμα του βορειοανατολικού Αιγαίου πάνω από την περιοχή των Σποράδων και της Σκύρου. Η σύγκλιση αυτή προκαλεί ώθηση των επιφανειακών αερίων μαζών προς τα πάνω. Έπειτα η αέρια μάζα όταν βρεθεί στο κατάλληλο ύψος μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο που υποδεικνύεται από την παράμετρο αστάθειας CAPE κινούμενη περαιτέρω προς τα πάνω, δημιουργώντας τελικά νέφη, στην συγκεκριμένη περίπτωση κατακόρυφης ανάπτυξης (το παχος του νέφους εξαρτάται από παραμέτρους στις οποίες δεν θα αναφερθούμε στο συγκεκριμένο άρθρο).

Τέλος, λόγω του βορειοανατολικού ρεύματος στα 700mb (δηλαδή περίπου στα 3km ύψος όπου σε αυτήν την περίπτωση εντοπίζονται τα κατώτερα στρώματα των νεφών) αυτή η “δραστηριότητα” που περιγράψαμε νωρίτερα τελικά θα έπρεπε (όπως και έγινε) να μετακινηθεί προς την Εύβοια.

 

 

Δεδομένων των παραπάνω συνθηκών, αλλά και του μη ορθού συνυπολογισμού, από τα μοντέλα, της πολύπλοκης ορογραφίας της περιοχής, το προϊόν του υετού (αν μόνο αυτό κοιτούσε κανείς) ήταν λανθασμένο. Τα στοιχεία όμως ήταν εκεί, και ένα έμπειρο μάτι μπορούσε να διακρίνει την κρισιμότητα της κατάστασης.

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ

Άλλοι παράγοντες που οδήγησαν σε μη σωστή ή ελλειπή προειδοποίηση ήταν ίσως η άγνοια ύπαρξης περιοχής που είχε πληγεί από πυρκαγιά, αλλά και το γεγονός ότι οι ορεινές περιοχές θα δέχονταν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερες ποσότητες νερού, από αυτές που τα παραπάνω μοντέλα εκτίμησαν. Όλο αυτό το νερό μέσω των χειμάρων προφανώς θα διοχετευόταν στα κατάντι. Με λίγα λόγια, ακόμα κι αν οι πεδινές περιοχές δέχονταν ποσά περί των 30-50mm, θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένα να δεχτούν ένα φορτίο μεγαλύτερης ποσότητας υδάτων από τα εγγύτερα βουνά.

 

Συμπερασματικά, μοντέλα υψηλότερης ανάλυσης (περιοχικά) μπορεί να μας δείξουν το δρόμο ή και όχι. Αυτό έχει να κάνει τόσο με την ικανότητα του μοντελιστή που παραμετροποιεί το εκάστοτε μοντέλο, αλλά και με τις δυνατότητες του ίδιου του μοντέλου, αλλά και των αρχικών δεδομένων που λαμβάνει (τα οποία είναι παρατηρήσεις από σταθμούς και άλλα όργανα μέτρησης). Το σημαντικότερο όλων είναι η τοποθέτηση μετεωρολόγων με σωστό γνωσιακό υπόβαθρο και εμπειρία σε καίριες θέσεις.

 

 

Από την επιστημονική ομάδα του NorthMeteo