Posts

Οι πάγοι λιώνουν 57% πιο γρήγορα από τα μέσα της δεκαετίας του '90

Οι πάγοι της Γης λιώνουν πιο γρήγορα σήμερα από ό,τι στα μέσα της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Αιτία είναι η κλιματική αλλαγή που ωθεί τις παγκόσμιες θερμοκρασίες ολοένα και πιο ψηλά. Συνολικά, περίπου 28 τρισεκατομμύρια τόνοι πάγου έχουν λιώσει μακριά από θαλάσσια παγόβουνα, παγετώνες κ.α από τα μέσα της δεκαετίας του 1990.   Ετησίως, ο ρυθμός που λιώνουν οι πάγοι είναι τώρα περίπου 57% ταχύτερος από ό, τι πριν από τρεις δεκαετίες, σύμφωνα με μελέτη, που δημοσίευσαν επιστήμονες, σήμερα στο περιοδικό The Cryosphere.

«Αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι είδαμε μια τόσο μεγάλη αύξηση σε μόλις 30 χρόνια», δήλωσε ο συν-συγγραφέας Thomas Slater, ειδικός του πανεπιστημίου του Leeds στη Βρετανία.

Ενώ η κατάσταση είναι σαφής για εκείνους που εξαρτώνται από τους παγετώνες για πόσιμο νερό ή βασίζονται σε χειμερινό θαλάσσιο πάγο για την προστασία των παράκτιων σπιτιών από καταιγίδες, το λιώσιμο πάγου στον πλανήτη έχει αποτραβηχτεί πολύ μακριά από τις παγωμένες περιοχές, σημειώνει ο Slater.

Εκτός από τη γοητεία της ομορφιάς των πολικών περιοχών, «οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι, αν και ο πάγος βρίσκεται πολύ μακριά, τα αποτελέσματα της τήξης θα γίνουν αισθητά», είπε.

Η τήξη του χερσαίου πάγου, στην Ανταρκτική, τη Γροιλανδία και τους ορεινούς παγετώνες, πρόσθεσε αρκετό νερό στον ωκεανό κατά τη διάρκεια της περιόδου των τριών δεκαετιών αυξάνοντας τη μέση παγκόσμια στάθμη της θάλασσας κατά 3,5 εκατοστά.

Η απώλεια πάγου από τους ορεινούς παγετώνες αντιπροσώπευε το 22% των συνολικών ετήσιων απωλειών πάγου, κάτι που αξίζει να σημειωθεί δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 1% του συνόλου των χερσαίων παγετώνων, δήλωσε ο Slater. Σε όλη την Αρκτική, ο θαλάσσιος πάγος συρρικνώνεται επίσης σε νέα χαμηλά επίπεδα το καλοκαίρι.

Πέρυσι, καταγράφηκε η δεύτερη χαμηλότερη έκταση θαλάσσιου πάγου σε περισσότερα από 40 χρόνια δορυφορικής παρακολούθησης. Καθώς ο θαλάσσιος πάγος εξαφανίζεται, αφήνει εκτεθειμένο το «βαθύ σκούρο» νερό που απορροφά την ηλιακή ακτινοβολία, αντί να την αντανακλά πίσω από την ατμόσφαιρα.

Αυτό το φαινόμενο της αύξησης της θερμοκρασίας στις πολικές περιοχές η οποία είναι μεγαλύτερη σε σύγκριση με την αύξηση της θερμοκρασίας σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη, ονομάζεται Αρκτική ενίσχυση και μπορεί να επιταχύνει περαιτέρω την αύξηση της θερμοκρασίας, πέρα από την Αρκτική, στις περιφερειακές θερμοκρασίες.

Παράλληλα, η παγκόσμια ατμοσφαιρική θερμοκρασία έχει αυξηθεί περίπου 1,1 βαθμούς Κελσίου από την προ-βιομηχανική εποχή. Όμως στην Αρκτική, ο ρυθμός «θέρμανσης» ήταν υπερδιπλάσιος του παγκόσμιου μέσου όρου τα τελευταία 30 χρόνια.   Χρησιμοποιώντας δορυφορικά δεδομένα από το 1994 ως το 2017, μετρήσεις και ορισμένες προσομοιώσεις υπολογιστών, η ομάδα των Βρετανών επιστημόνων υπολόγισε ότι ο πλανήτης έχανε κατά μέσο όρο 0,8 τρισεκατ. μετρικούς τόνους πάγου ετησίως τη δεκαετία του 1990, αλλά περίπου 1,2 τρισεκατομμύρια μετρικούς τόνους ετησίως τα τελευταία χρόνια.

Ο υπολογισμός ακόμη και ενός συνόλου απώλειας πάγου από τους παγετώνες, τις πολικές θάλασσες του πλανήτη και τα κομμάτια πάγου είναι «μια πραγματικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση και αρκετά απαραίτητη», δήλωσε ο γεωλόγος Gabriel Wolken από το τμήμα γεωλογικών και γεωφυσικών ερευνών της Αλάσκας.

Ο Wolken ήταν συν-συγγραφέας στην Arctic Report Card του 2020 που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο, αλλά δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη. Στην Αλάσκα, οι άνθρωποι «γνωρίζουν πολύ καλά» την απώλεια των παγετώνων  δήλωσε ο Wolken. «Οι αλλαγές είναι ορατές με γυμνό μάτι» πρόσθεσε.

Η ερευνητής, Julienne Stroeve του Εθνικού Κέντρου Δεδομένων Χιονιού και Πάγου στο Boulder του Κολοράντο σημείωσε δε, ότι στη συγκεκριμένη μελέτη δεν συμπεριλαμβάνονται τα στοιχεία από την κάλυψη χιονιού πάνω από τη γη. Η έρευνα επίσης δεν έλαβε υπόψη τις περιπτώσεις πάγου από ποταμούς, λίμνες ή μόνιμους παγετώνες. Αρκέστηκε στην αναφορά ότι «αυτά τα στοιχεία της κρυοσφαίρας έχουν επίσης βιώσει σημαντικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες».

Πηγή: Lifo.gr

 

Ιδιαίτερες οι μετεωρολογικές συνθήκες του φετινού Νοεμβρίου στη Θεσσαλονίκη. Ήταν όντως θερμότερος των κλιματικών τιμών ο φετινός Νοέμβριος; Ας δούμε τι κατέγραψαν δύο από τους σταθμούς του Northmeteo.

 

Για την συγκεκριμένη κλιματική αναφορά χρησιμοποιήσαμε δεδομένα των σταθμών Λευκού Πύργου και Κηφισιάς στο κέντρο και τα ανατολικά τμήματα του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης (σχήμα 1), τα οποία συγκρίναμε με τα κλιματικά δεδομένα του σταθμού του ΑΠΘ. Να τονιστεί βέβαια ότι ο σταθμός του ΑΠΘ κατέχει σημαντικά διαφορετική θέση όσον αφορά τον περιβάλλοντα χώρο σε σχέση με τους σταθμούς Κηφισιάς και Λευκού Πύργου. Η συγκεκριμένη αναφορά προσεγγίζει κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του φετινού Σεπτεμβρίου σε σχέση με το κλίμα της πόλης.

 

Σχήμα 1 – Τοποθεσία μετεωρολογικών σταθμών NorthMeteo στη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιήθηκαν στην συγκεκριμένη κλιματική αναφορά.

 

Για διαγράμματα τρεχουσών καιρικών συνθηκών στην Θεσσαλονίκη πατήστε ΕΔΩ.

 

Θερμοκρασία

Η θερμοκρασία το μήνα Νοέμβριο του 2020 φαίνεται να διακυμάνθηκε σε σχετικά αυξημένα για την εποχή επίπεδα. Θερμότερες του μέσου όρου οι θερμοκρασίες στο ξεκίνημα του μήνα κατά 5°C περίπου (οι μέγιστες άγγιξαν σχεδόν τους 23°C). Η μέση θερμοκρασία του μήνα ήταν κατά 2-3°C υψηλότερη από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα, κοντά στους 13-14°C. Παρόμοια εξέλιξη παρουσίασαν και οι μέγιστες θερμοκρασίες όντας κατά 1-2°C υψηλότερες από τις κανονικές τιμές για το μήνα (κοντά στους 16-17°C). Οι ελάχιστες θερμοκρασίες ήταν για ακόμη έναν μήνα υψηλότερες της κλιματολογίας της πόλης κατά 4°C. Μία από τις αιτίες είναι και η αστική θερμική νησίδα της πόλης (πληροφορίες δείτε στο πρόγραμμα του ΑΠΘ LIFE-ASTI). Προς το τέλος του μήνα πάντως οι θερμοκρασίες υποχώρησαν σημαντικά, ευρισκόμενες εντός κλιματικών ορίων.

Όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ των δύο σταθμών, ο σταθμός της Κηφισιάς ήταν ψυχρότερος κατά 1-1.5°C σε σχέση με τον σταθμό του Λευκού Πύργου. Οι μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σημειώθηκαν στις ελάχιστες θερμοκρασίες, όπου στις 26/11 σημειώθηκαν η χαμηλότερη τιμή των 3.5C στον σταθμό Κηφισιάς έναντι 7.3 στον Λευκό Πύργο.

 

Βροχόπτωση

Η μέση συνολική βροχόπτωση για το μήνα Νοέμβριο στην Θεσσαλονίκη είναι 34.9mm με 7.3 μέρες βροχόπτωση. Η συνολική βροχόπτωση για το μήνα Νοέμβριο ήταν κατά πολύ χαμηλότερη μην ξεπερνώντας τα 15mm στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Η βροχή σημειώθηκε σε μόλις 3 ημέρες, σχεδόν 4 μέρες κάτι από τον μέσο αριθμό ημερών βροχόπτωσης για το μήνα.

 

 

Συμπερασματικά, ο φετινός Νοέμβριος ήταν σχετικά θερμότερος και ξηρότερος από αυτό που επιτάσσει η κλιματολογία της πόλης, σύμφωνα πάντα με τα κλιματικά δεδομένα του σταθμού του μετεωροσκοπείο του ΑΠΘ.

Το 2020 «ανακηρύσσεται» στη δεύτερη πιο ζεστή χρονιά στα παγκόσμια χρονικά

To 2020 «βαδίζει σταθερά» στο να αναδειχθεί η δεύτερη θερμότερη χρονιά στα χρονικά, πίσω από το 2016, προειδοποίησε σήμερα ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός (ΠΜΟ).

Πέντε σύνολα δεδομένων τοποθετούν αυτή τη στιγμή το 2020, μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από κύματα καύσωνα, ξηρασίες, δασικές πυρκαγιές και καταστροφικούς κυκλώνες, ως τη δεύτερη θερμότερη από τότε που ξεκίνησε η καταγραφή των δεδομένων, το 1850.

«Το 2020 είναι πολύ πιθανόν να είναι μία από τις τρεις ζεστότερες χρονιές στα παγκόσμια χρονικά», επισημαίνει ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός στην έκθεσή του για την Κατάσταση του Παγκόσμιου Κλίματος για το 2020.

Τροφοδοτούμενες από τις υψηλές θερμοκρασίες, μεγάλες δασικές πυρκαγιές εκδηλώθηκαν στην Αυστραλία, τη Σιβηρία και τις ΗΠΑ φέτος, υψώνοντας σύννεφα καπνού σε ολόκληρο τον κόσμο.

Λιγότερο ορατή ήταν η αύξηση της θερμότητας των θαλασσών σε επίπεδα ρεκόρ, με το 80% και πλέον των ωκεανών παγκοσμίως να καταγράφει ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες, επισημαίνει ο ΠΜΟ.

«Το 2020 ήταν, δυστυχώς, άλλη μια πρωτοφανής χρονιά για το κλίμα μας», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΠΜΟ Πέτερι Τάαλας, απευθύνοντας έκκληση να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για τον περιορισμό των εκπομπών που τροφοδοτούν την κλιματική αλλαγή.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΠΜΟ, η παγκόσμια μέση θερμοκρασία ήταν περίπου 1,2 βαθμοί άνω της γραμμής αναφοράς του 1850-1900, το διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου φέτος, με αποτέλεσμα να βρίσκεται πίσω από το 2016 και οριακά μπροστά από το 2019.

Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός θα επιβεβαιώσει τα στοιχεία τον Μάρτιο του 2021.

Πηγή: Cnn.gr

Η βιομηχανική επιβράδυνση που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού, δεν επιβράδυνε την αύξηση των συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα, που άγγιξαν επίπεδα ρεκόρ.

Πρόκειται για το κυριότερο από τα αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (ΠΜΟ) του ΟΗΕ, η συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα αυξήθηκε απότομα το 2019, καθώς ο ετήσιος μέσος όρος υπερέβη το όριο των 410 μερών ανά εκατομμύριο, και η αύξηση συνεχίστηκε το 2020, παρότι η πανδημία Covid-19 ανάγκασε πολυάριθμες χώρες να βάλουν «φρένο» στην οικονομία τους.
«Η μείωση των εκπομπών που συνδέεται με το lockdown, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μικρό σημείο στην μακροπρόθεσμη καμπύλη. Όμως πρέπει να την επιπεδώσουμε και αυτό να έχει διάρκεια», δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού Πέτερ Τααλάς.
Σύμφωνα με το δελτίο του ΠΜΟ, κατά τη διάρκεια της πιο εκτεταμένης διακοπής των οικονομικών δραστηριοτήτων, οι καθημερινές παγκόσμιες εκπομπές CO2 μειώθηκαν έως και 17%.
Καθώς η διάρκεια και η αυστηρότητα των μέτρων του lockdown εξακολουθούν να παραμένουν αόριστες, ο ΠΜΟ θεωρεί πολύ δύσκολη την συνολική εκτίμηση της ετήσιας μείωσης των εκπομπών το 2020, αλλά εκτιμά πως η μείωση κυμαίνεται από 4,2% έως 7,5%. Μια τέτοια αλλαγή δεν θα επιφέρει πάντως μείωση των συγκεντρώσεων CO2 στην ατμόσφαιρα φέτος.
Η πανδημία, «ένα εφαλτήριο»
«Η πανδημία της Covid-19 δεν θα λύσει το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο αντιπροσωπεύει ένα εφαλτήριο για να ξεκινήσουμε μια κλιματική δράση περισσότερο υποστηριζόμενη και περισσότερο φιλόδοξη με στόχο να μειώσουμε τις καθαρές εκπομπές στο μηδέν μεταμορφώνοντας πλήρως της βιομηχανίες μας, τα ενεργειακά συστήματά μας και τις μεταφορές μας», υπογράμμισε ο Τααλάς.
Η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα αυξήθηκε ταχύτερα από το 2018 έως το 2019, απ’ ό,τι είχε αυξηθεί από το 2017 στο 2018, καθώς και από τον μέσο όρο των δέκα τελευταίων ετών.
«Η τελευταία φορά που η Γη είχε γνωρίσει συγκρίσιμη περιεκτικότητα διοξειδίου του άνθρακα ήταν πριν από 3 έως 5 εκατομμύρια χρόνια: η θερμοκρασία ήταν τότε κατά 2 έως 3 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη απ’ ό,τι σήμερα και η στάθμη της θάλασσας ήταν υψηλότερη κατά 10 έως 20 μέτρα σε σχέση με τη σημερινή, αλλά δεν ήμασταν 7,7 δισεκατομμύρια» άνθρωποι, υπογράμμισε ο Τααλάς.
Όσο για το μεθάνιο, το 60% των εκπομπών του οποίου στην ατμόσφαιρα είναι ανθρώπινης προέλευσης (εκτροφή μηρκαστικών, ορυζοκαλλιέργειες, εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων, χωματερές), η περιεκτικότητά του αυξήθηκε ελαφρώς λιγότερο γρήγορα από το 2018 έως το 2019, απ’ ό,τι ανάμεσα στο 2017 και το 2018, όμως ταχύτερα από τον μέσο όρο των δέκα τελευταίων ετών.
Τέλος το ποσοστό αύξησης της συγκέντρωσης πρωτοξειδίου του αζώτου παρέμεινε στον μέσο όρο των δέκα προηγούμενων ετών.
Το συγκεκριμένο αέριο προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου και καταστρέφει το στρώμα του όζοντος. Οι εκπομπές του στην ατμόσφαιρα οφείλονται κατά 40% στον άνθρωπο, αλλά οι υπόλοιπες είναι φυσικής προέλευσης.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή: www.lifo.gr

Το 2019 καταγράφηκαν περισσότερες φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής αλλαγής

Η κλιματική αλλαγή γίνεται όλο και πιο απειλητική για την ανθρωπότητα.
Το 2019 καταγράφηκαν 308 φυσικές καταστροφές, το 77% των οποίων αφορούσε το κλίμα, σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση για τις Καταστροφές στον Κόσμο (World Disasters Report) του 2020, η οποία δημοσιεύθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου (ΔΕΕΣ) σήμερα στη Γενεύη.
Σύμφωνα με αυτήν, 97,6 εκατομμύρια άνθρωποι επλήγησαν το 2019 από φυσικές καταστροφές όπως καταιγίδες, καύσωνες και πλημμύρες, ενώ πέθαναν εξ αιτίας τους 24.396 άνθρωποι.
«Μακροπρόθεσμα, η αλλαγή του κλίματος είναι μεγαλύτερη πρόκληση από την πανδημία του κορωνοϊού. Η παγκόσμια κοινότητα πρέπει επειγόντως να δράσει για να σταματήσει την υπερθέρμανση του πλανήτη», σημείωσε ο Κρίστιαν Ρόιτερ, γενικός γραμματέας του γερμανικού Ερυθρού Σταυρού.
Όπως είπε, τα τελευταία δέκα χρόνια, οι φυσικές καταστροφές που σχετίζονται με το κλίμα είχαν ως συνέπεια περισσότερους από 410.000 νεκρούς, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων σε φτωχές χώρες. «Ο αριθμός των ακραίων καιρικών φαινομένων αυξήθηκε κατά 35% από τη δεκαετία του 1990», δήλωσε στην εφημερίδα Tagesspiegel.
Πηγή: www.lifo.gr
Ανακαλύφθηκαν μικροπλαστικά ακόμη και κοντά στην κορυφή του Έβερεστ

Μικροσκοπικά τμήματα πλαστικού ανακαλύφθηκαν από Βρετανούς και Αμερικανούς επιστήμονες κοντά στην κορυφή του όρους Έβερεστ. Έτσι πια έχουν βρεθεί μικροπλαστικά -πλαστικά μεγέθους κάτω των πέντε χιλιοστών, που προέρχονται από μεγαλύτερα πλαστικά αντικείμενα- τόσο στο ψηλότερο όσο και στο βαθύτερο μέρος της Γης, αφού το 2018 είχαν ανακαλυφθεί επίσης στη βάθους περίπου 11 χιλιομέτρων Τάφρο των Μαριαννών στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την δρα ‘Αιμοτζεν Νάπερ του βρετανικού Πανεπιστημίου του Πλίμουθ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιβαλλοντικό περιοδικό “One Earth”, συνέλλεξαν -στο πλαίσιο αποστολής του “National Geographic”- από 11 τοποθεσίες, με υψόμετρο άνω των 5.300 μέτρων, 19 δείγματα από νερό ρυακιών και χιόνι στο Έβερεστ και βρήκαν μικροπλαστικά σε πολλά από αυτά (σε όλα του χιονιού και σε τρία του νερού).

Το δείγμα με τα περισσότερα μικροπλαστικά (79 σωματίδια ανά λίτρο χιονιού) προερχόταν από μια μόνιμη βάση του Έβερεστ (Base Camp) στο Νεπάλ, όπου οι ορειβάτες περνούν τον περισσότερο χρόνο, έως 40 μέρες, προτού ξεκινήσουν την ανάβαση τους προς την κορυφή του βουνού (τουλάχιστον 880 ορειβάτες έκαναν ανάβαση το 2019). Το υψηλότερο δείγμα, το οποίο ελήφθη σε υψόμετρο 8.440 μέτρων από το επίπεδο της θάλασσας ή 408 μέτρα κάτω από την κορυφή του Έβερεστ, στο λεγόμενο “Μπαλκόνι”, είχε 12 μικροπλαστικά ανά λίτρο χιονιού.

«Με εξέπληξε που βρήκαμε μικροπλαστικά σε όλα τα δείγματα του χιονιού που αναλύσαμε. Το όρος Έβερεστ είναι ένα μέρος που πάντα θεωρούσα απομονωμένο και ανέγγιχτο. Το ότι πλέον ξέρουμε πως ρυπαίνουμε ακόμη και κοντά στην κορυφή του ψηλότερου βουνού, πραγματικά μας ανοίγει τα μάτια πόσο πανταχού παρόντα είναι τα μικροπλαστικά, καθώς και ότι είναι ώρα πλέον να βρούμε τις κατάλληλες περιβαλλοντικές λύσεις», δήλωσε η Νάπερ, η οποία έχει το παρατσούκλι “ντεντέκτιβ” των πλαστικών, καθώς ειδικεύεται στην αναζήτηση πλαστικών σε όλο τον κόσμο.

Τα περισσότερα μικροπλαστικά προέρχονταν από συνθετικές ίνες, όπως πολυεστέρα, ακρυλικό, νάιλον και πολυπροπυλένιο, που χρησιμοποιούνται σε ρούχα και ορειβατικό εξοπλισμό (τέντες, σκοινιά κ.ά.). Αρκούν περπάτημα 20 λεπτών, το πλύσιμο των συνθετικών ρούχων ή το άνοιγμα πλαστικών μπουκαλιών νερού, για να απελευθερωθούν μικροσκοπικά πλαστικά στο περιβάλλον.

«Αυτό που ακόμη δεν γνωρίζουμε πλήρως, είναι τα πιθανά προβλήματα που από αυτά τα μικροσκοπικά κομματάκια πλαστικού μπορεί να προκαλούν στα οικοσυστήματα, στους έμβιους οργανισμούς, ακόμη και στη δική μας υγεία. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στα πλαστικά να αποτελέσουν τον άσβεστο του 21ου αιώνα», δήλωσε ο Κρίστιαν Νταν του ουαλικού Πανεπιστημίου Μπάνγκορ.

Λόγω όμως του πολύ μικρού μεγέθους τους, είναι μέχρι στιγμής τρομερά δύσκολο να απαλλαχθεί κανείς από τα μικροπλαστικά, εκτός και μελλοντικά υπάρξουν εκείνες οι τεχνολογικές εξελίξεις που σταματήσουν την εξάπλωση τους. Μικροπλαστικά έχουν βρεθεί και σε άλλα ψηλά βουνά, όπως οι Ελβετικές Άλπεις και τα Γαλλικά Πυρηναία.

Συμπτωματικά, η πρώτη κατάκτηση της κορυφής του Έβερεστ το 1953 συνέπεσε με την παγκόσμια εξάπλωση των πλαστικών. Η χρήση των πλαστικών διεθνώς έχει εκτιναχθεί από πέντε εκατομμύρια τόνους στη δεκαετία του 1950 σε πάνω από 330 εκατομμύρια τόνους το 2020.

Πηγή: Real.gr

Η Ανατολική Μεσόγειος και ο Αρκτικός Κύκλος αποτελούν τα δύο από τα πιο σημαντικά χοτ σποτ σε παγκόσμιο επίπεδο σε ό,τι αφορά την εκδήλωση επιπτώσεων κλιματικής αλλαγής

Τρείς φορές ταχύτερα, έναντι του παγκόσμιου μέσου όρου, αυξάνεται η θερμοκρασία στην ανατολική Μεσόγειο, με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής να κάνουν ήδη αισθητή την παρουσία τους και στην Ελλάδα, κυρίως σε Κρήτη και ανατολική Πελοπόννησο.
«Πολύ φοβάμαι ότι θα αναγκαστούμε να πάμε σε αναδιάρθρωση καλλιεργειών στα επόμενα χρόνια», σημείωσε χαρακτηριστικά ο επιστημονικός υπεύθυνος του δικτύου climpact, καθηγητής Νίκος Μιχαλόπουλος στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τον πρωτογενή τομέα. «Η Ανατολική Μεσόγειος και ο Αρκτικός Κύκλος αποτελούν τα δύο από τα πιο σημαντικά χοτ σποτ σε παγκόσμιο επίπεδο σε ό,τι αφορά την εκδήλωση επιπτώσεων κλιματικής αλλαγής», τόνισε.
Ο κ. Μιχαλόπουλος σημείωσε ότι λόγω των ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών αναμένουμε μείωση στην απόδοση καλλιεργειών, λόγω της αύξησης στη συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων συχνότερες καταστροφές καλλιεργειών και εξαιτίας της μείωση διαθεσιμότητας νερού, λόγω παρατεταμένων περιόδων ξηρασίας, θα έχουμε ως αποτέλεσμα την αύξηση ζήτησης νερού για άρδευση.
Πρόσθεσε, ότι η αύξηση της θερμοκρασίας και της υγρασίας στον αέρα θα έχουν ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό ασθενειών παρασίτων και ζιζανίων που επηρεάζουν την απόδοση των καλλιεργειών ποιοτικά και ποσοτικά. «Περιμένουμε αύξηση στη διάρκεια της βλαστικής περιόδου εξαιτίας της αύξησης θερμοκρασίας, πίεση στα υδάτινα αποθέματα περιοχών με ήδη αυξημένη ευπάθεια, μείωση οργανικής ουσίας εδάφους και αύξηση κινδύνου ζημιών, υφαλμύρωση και υποβάθμιση γεωργικών εδαφών και αύξηση του κινδύνου απώλειας γεωργικής γης», τόνισε.
Ως αποδεικτικά στοιχεία για τη σπουδαιότητα της γεωργίας ανέφερε ότι η αγροτική γη στην ΕΕ καλύπτει το 40% της επιφάνειάς της, ενώ βιομηχανίες και υπηρεσίες, που σχετίζονται με γεωργία και τρόφιμα, προσφέρουν πάνω από 44 εκατ. θέσεις εργασίας.
Στην Ελλάδα ο γεωργικός τομέας παρήγαγε το 4% του ΑΕΠ και μαζί με τον τουρισμό θεωρούνται οι τομείς που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή: www.lifo.gr

Εντύπωση προκάλεσαν οι μετεωρολογικές συνθήκες του φετινού Ιουνίου στη Θεσσαλονίκη. Κατά πόσο όμως η αίσθησή μας για ψυχρό Ιούνιο έχει βάση; Ας δούμε τι κατέγραψαν δύο από τους σταθμούς του Northmeteo.

 

Για την συγκεκριμένη κλιματική αναφορά χρησιμοποιήσαμε δεδομένα των σταθμών Λευκού Πύργου και Κηφισιάς στο κέντρο και τα ανατολικά τμήματα του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης (σχήμα 1), τα οποία συγκρίναμε με τα κλιματικά δεδομένα του σταθμού του ΑΠΘ.Να τονιστεί βέβαια ότι ο σταθμός του ΑΠΘ κατέχει σημαντικά διαφορετική θέση ως προς τον περιβάλλοντα χώρο σε σχέση με τους σταθμούς Κηφισιάς και Λευκού Πύργου. Η συγκεκριμένη αναφορά προσεγγίζει κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του φετινού Ιουνίου σε σχέση με το κλίμα της πόλης.

 

Σχήμα 1 – Τοποθεσία μετεωρολογικών σταθμών NorthMeteo στη Θεσσαλονίκη που χρησιμοποιήθηκαν στην συγκεκριμένη κλιματική αναφορά.

 

Για διαγράμματα τρεχουσών καιρικών συνθηκών στην Θεσσαλονίκη πατήστε ΕΔΩ.

 

Θερμοκρασία

Σύμφωνα με το σχήμα 2, φαίνεται ότι όντως υπήρξε μία ψυχρή εκκίνηση με θερμοκρασίες έως και 5°C κάτω από τα κλιματικά επίπεδα, κάτι που διήρκεσε όλο το πρώτο δεκαήμερο με σαφή όμως αναοδική τάση. Το δεύτερο δεκαήμερο του μήνα χαρακτηρίστηκε από θερμοκρασίες κατά 3-5°C πάνω από τα κλιματικά αγγίζοντας μέγιστες έως και 33.5°C, ενώ και οι ελάχιστες θερμοκρασίες αρουσίασαν πλέον σημαντική άνοδο κυμαινόμενες κοντά στους 20°C. Όσον αφορά το τρίτο δεκαήμερο, η θερμοκρασία κινήθηκε κοντά αλλά πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό οφείλεται κατά βάση στις ελάχιστες θερμοκρασίες, οι οποίες ήταν έως και 5°C υψηλότερες. Είναι αρκετά εμφανής λοιπόν η επίδραση της αστικής θερμικής νησίδας στην θερμοκρασία, καθώς η πόλη έχει επεκταθεί και αναπτυχθεί από το 1980 έως και σήμερα. Η αστική θερμική νησίδα μπορεί να “ενοχοποιηθεί” για τις υψηλές ελάχιστες που παρατηρήθηκαν στην πόλη, ενώ οι μέγιστες ήταν εντός φυσιλογικών επιπέδων, κάτι που κράτησε και τον γενικό μέσο όρο μόλις ~1°C πάνω από τα κλιματικά επίπεδα.

Στα ακραία του φετινού Ιουνίου οι σχετικά χαμηλές ελάχιστες κοντά στους 14-15°C στις 3-4/6, αλλά και οι υψηλές μέγιστες (κατά 7°C) στις 30/6 στους 36-37°C.

 

Βροχόπτωση

Όσον αφορά την βροχόπτωση στην Θεσσαλονίκη, σαφώς την θερινή περίοδο η κατανομή της πάνω από την πόλη διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή. Αυτό είναι άλλωστε το χαρακτηριστικό των καταιγίδων που συνήθως επηρεάζουν την πόλη τον Ιούνιο. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο σταθμός Λευκού Πύργου κατέγραψε ύψος υετού κατά περίπου 17mm περισσότερο σε σχέση με την Κηφισιά. Σε κάθε περίπτωση η βροχόπτωση που σημειώθηκε στους δύο σταθμούς ήταν κατά περίπου 18mm και 8mm υψηλότερη. Συνολικά σημειώθηκαν 4 επεισόδια βροχόπτωσης στην Λευκό Πύργο και 5 στην Κηφισιά, τα 3 από αυτά με τη μορφή καταιγίδας, με αυτά στις 10/6 και 17/6 να αποδίδουν μεγαλύτερα ύψη βροχής στα κεντρικότερα τμήματα της πόλης.

Δείτε εδώ βίντεο timelapse από τα τρία επεισόδια καταιγίδων:

6/6/2020

10/6/2020

16/6/2020

Σχήμα 3 – Συγκριτικό διάγραμμα αθροιστικού μηνιαίου υετού για τους σταθμούς Λευκού Πύργου και Κηφισιάς.

 

 

Συμπερασματικά, φαίνεται πως η ψυχρή αίσθηση που είχαμε για τον φετινό Ιούνιο αντικατοπτρίζεται μόνο στις μέγιστες τιμές. Όμως οι ελάχιστες τιμές, αν και ανεκτές στο μεγαλύτερο διάστημα του μήνα, ήταν συνήθως αρκετά πάνω από τις κλιματικές τιμές, κάτι που μπορεί να αποδοθεί στην αστική θερμική νησίδα (πχ. χρήση κλιματιστικών και υψηλή θερμοχωρητικότητα δομικών υλικών εντός πόλης, που διατηρούν την θερμότητα και κατά τη διάρκεια της νύχτας -δείτε επίσης το LIFE ASTI – ).

 

 

 

 

Ένα ιδιαίτερα θερμό διάστημα με θερμοκρασίες που τοπικά ξεπέρασαν ακόμα και τους 36°C επισφραγίστηκε από ένα κύμα καταιγίδων και ισχυρών φαινομένων στο νομό Θεσσαλονίκης.

 

Δείτε επίσης: Μετά τον καύσωνα έρχονται μπουρίνια – Μια πρώτη προσέγγιση

 

Είναι αρκετά σύνηθες μετά από ένα επεισόδιο μεταφοράς θερμών αερίων μαζών (ειδικά στα μέσα γωγραφικά πλάτη όπου βρίσκεται και η χώρα μας), να παρατηρούνται έντονα φαινόμενα. Αυτό συμβαίνει διότι ψυχρότερες αέριες μάζες συνήθως από μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτη έρχονται “αντιμέτωπες” με αυτές τις θερμές αέριες μάζες. Κάτι παρόμοιο συνέβη και χθες (21/5/2020) στο νομό Θεσσαλονίκης, αλλά και σε μεγάλο μέρος της κεντροβόρειας χώρας εξαιτίας ψυχρού μετώπου που κινήθηκε νοτιότερα μέσω των Βαλκανιών στην περιοχή μας.

 

Ενδεικτικά αναφέρουμε, αρχικά, στοιχεία από τον μετεωρολογικό σταθμό του δικτύου μας στον Λευκό Πύργο. Ο συγκεκριμένος σταθμός φαίνεται να κατέγραψε μία πτώση της θερμοκρασίαςσχεδόν 8°C μέσα σε μόλις 4μιση ώρες (μεταξύ 11πμ και 3μμ στις 21/5/2020). Η έναρξη της βροχόπτωσης, όπως εύκολα θα μπορούσε να μαντέψει κανείς, συμπίπτει με την στιγμή κατά την οποία ξεκίνησε και η πτώση της θερμοκρασίας. Ο συγκεκριμένος σταθμός συνολικά κατέγραψε 26mm στις 21/5/2020, ωστόσο τα 22mm σημειώθηκαν σε μόλις 3 ώρες. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως το μέσο ύψος βροχόπτωσης (1980-2010) για τον δεύτερο πιο υετοφόρου μήνα του έτους για την Θεσσαλονίκη είναι περίπου 43mm.

 

Ωστόσο, η κύρια δραστηριότητα εντοπίστηκε στον άξονα Επανωμής-Χορτιάτη, όπου και σημειώθηκαν ύψη βροχής έως και 2.5 φορές πάνω από τον μέσο όρο του μήνα. Στον ακόλουθο χάρτη φαίνονται τα ύψη βροχής που καταγράφηκαν από διάφορους σταθμούς της περιοχής σε χιλιοστά (mm):

 

Ακολουθούν βίντεο που κατέγραψαν οι αυτόματες κάμερες καιρού του δικτύου του NorthMeteo, αλλά και οι ανταποκριτές του:

 

 

 

Η Αφροδίτη, ο θερμότερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, ήταν κάποτε ένας κόσμος γεμάτος ωκεανούς και ειδυλλιακό κλίμα, σύμφωνα με νέα έρευνα.

 

Μπορείτε να διαβάσετε επίσης: Πώς θα σβήσει ο ήλιος; Ποιό θα είναι το τέλος του ηλιακού μας συστήματος;

 

Η Αφροδίτη είναι τόσο ζεστή που στην επιφάνειά της o μόλυβδος λιώνει, με τις θερμοκρασίες να κυμαίνονται γύρω στους 470 βαθμούς Κελσίου, ενώ οι ουρανοί της είναι σκοτεινοί από τα τοξικά σύννεφα θειικού οξέως που τους καλύπτουν. Μέχρι σήμερα, κανένα διαστημικό σκάφος που έχει στείλει ο άνθρωπος δεν κατάφερε να αντέξει πάνω από δύο ώρες στην επιφάνειά της.

Παρόλο που το όνομά της το κρύβει καλά, η Αφροδίτη είναι κανονική κόλαση. Ωστόσο, δεν έμοιαζε πάντα με σκηνή βγαλμένη από τη νοσηρή φαντασία του Δάντη.

Σύμφωνα με νέα έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Geophysical Journal Letters και παρουσιάστηκε στο πρόσφατο συνέδριο της Αμερικάνικης Αστρονομικής Εταιρείας, η Αφροδίτη δεν αποκλείεται να ήταν ο πρώτος κατοικήσιμος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος και να υποστήριζε ζωή πριν από τη Γη.

 

Η επιφάνεια της Αφροδίτης

“Αν κάποιος ζούσε στην Αφροδίτη πριν 3 δισεκατομμύρια χρόνια σε χαμηλό υψόμετρο, θα ένιωθε παρόμοιες θερμοκρασίες με αυτές που έχουμε τώρα στον τροπικό κύκλο”, ανέφερε χαρακτηριστικά στον Guardian, ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Michael Way, ο οποίος εργάζεται στο Ινστιτούτο Μελέτης του Διαστήματος Goddard της NASA.

Οι ουρανοί της Αφροδίτης θα είχαν βέβαια πολλά νέφη και σχεδόν συνεχείς βροχοπτώσεις, αλλά τα απογεύματα σε μερικές περιοχές θα ήταν ορατά μερικά υπέροχα ηλιοβασιλέματα, πρόσθεσε.

Το πιο σημαντικό στοιχείο, βέβαια, στην έρευνα είναι ότι υποστηρίζει πως υπό προϋποθέσεις, η Αφροδίτη μπορεί να διέθετε ήπιες καιρικές συνθήκες, ωκεανούς που έφταναν σε βάθος τα 2000 μέτρα και να ήταν κατοικήσιμη μέχρι και 0,715 δισεκατομμύρια (715 εκατομμύρια) χρόνια πριν.

Αυτό το διάστημα είναι αρκετό ώστε να είχε αναπτυχθεί κλιματική σταθερότητα και ανάπτυξη ζωής, έστω και σε επίπεδο μικροβίων. Οι ωκεανοί της Αφροδίτης θα είχαν σταθερές θερμοκρασίες και αν υποθέσουμε ότι η ζωή αναπτύχθηκε πρώτα στη θάλασσα […] τότε αυτοί θα ήταν ένα καλό μέρος για να γίνει η αρχή”, συνέχισε ο Way.

 

 

Προσομοιώσεις με βάση διαθέσιμα δεδομένα

Για να καταλήξει στα ανωτέρω συμπεράσματα, η ομάδα του Way προσομοίασε τις καιρικές συνθήκες του πλανήτη στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας διαθέσιμα δεδομένα για τη γεωγραφία, την ατμόσφαιρα και την τροχιά της Αφροδίτης, καθώς και για την ηλιακή ακτινοβολία που δέχεται ο πλανήτης και συνυπολογίζοντας την κρατούσα θεωρία για προηγούμενη ύπαρξη νερού στην επιφάνειά της.

Στις προσομοιώσεις, η Αφροδίτη ξεκίνησε με θερμοκρασία 11 βαθμών Κελσίου πριν 2.9 δισεκατομμύρια χρόνια, η οποία καθώς ο Ήλιος γινόταν πιο ισχυρός, έφτασε τους 15 βαθμούς πριν 715 εκατομμύρια χρόνια. Θεωρητικά, δηλαδή, όλο αυτό το διάστημα, οι συνθήκες στην επιφάνειά της, αν και διαφορετικές από τις σύγχρονες στη Γη, ήταν ικανές να υποστηρίξουν ζωή.

Η πυκνή ατμόσφαιρα της Αφροδίτης

 

Θα χρειαστούν, πάντως, πιο ακριβείς μετρήσεις της χημικής σύνθεσης της επιφάνειας και της ατμόσφαιρας της Αφροδίτης, για να επιβεβαιωθεί η θεωρία ότι ο πλανήτης διέθετε ωκεανούς στο παρελθόν (στην οποία στηρίχθηκε η νέα έρευνα), αλλά και πόσο νερό ακριβώς διέθετε ο πλανήτης και πότε αυτό ξεκίνησε να εξαφανίζεται.

Μερικές από αυτές τις πληροφορίες δεν αποκλείεται να συγκεντρωθούν από την ιαπωνική αποστολή Akatsuki, η οποία έχει θέσει σκάφος σε τροχιά γύρω από την Αφροδίτη και συγκεντρώνει παρατηρήσεις με πρωτοφανή λεπτομέρεια.

Παρόλα αυτά, για πιο σοβαρές ενδείξεις ή ακόμα και αποδείξεις, όπως π.χ. ίχνη μικροβιακής ζωής, θα χρειαστεί προσεδάφιση οχήματος και αυτό αποτελεί μια πρόκληση που δεν έχει ξεπεραστεί ακόμα.

Τόσο η NASA όσο και παλαιότερα, η Σοβιετική Διαστημική Υπηρεσία, δεν κατάφεραν ποτέ να προσγειώσουν όχημα στην επιφάνεια της Αφροδίτης, το οποίο να αντέξει περισσότερα από περίπου 120 λεπτά πριν καταστραφεί, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες.

 

 

Ματιά στην Αφροδίτη, ματιά στο μέλλον μας;

Σύγκριση Αφροδίτης (χωρίς την ατμόσφαιρά της) και Γης

Εάν κάποτε, πάντως, η θεωρία του Way και της ομάδας του επιβεβαιωθεί, θα αποτελέσει ακόμα ένα ισχυρό χαρτί στα χέρια όσων υποστηρίζουν ότι μια ματιά στην Αφροδίτη είναι μία ματιά στο μέλλον της Γης, αν συνεχίσουμε να αγνοούμε τα σημάδια υπερθέρμανσης και επιμένουμε να τροφοδοτούμε την ατμόσφαιρα του πλανήτη μας με αέρια του θερμοκηπίου.

Αυτήν τη στιγμή, γνωρίζουμε ότι η Αφροδίτη αναπτύσσει στην επιφάνεια της θερμοκρασίες κατά μέσο όρο 470 βαθμών Κελσίου, όχι μόνο λόγω της εγγύτητάς της με τον Ήλιο, αλλά και χάρη στην ατμόσφαιρά της, η οποία είναι 90 φορές πιο πυκνή από τη δική μας, αποτελούμενη κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, παγιδεύοντας τεράστιες ποσότητες ηλιακής ακτινοβολίας.

 

Πηγή: pathfinder.gr