Το πρόγραμμα Copernicus παρουσιάζει το κλιματικό δελτίο για το 2020 για την Ευρώπη. Θερμοκρασιακά ρεκόρ, καταιγίδες και μία θερμαινόμενη Αρκτική.

 

Παρά τις ιδιαίτερες προκλήσεις που είχε το έτος 2020, κλιματικά δεν πέρασε απαρατήρητο. Μετεωρολογικά φαινόμενα και επεισόδια που έσπασαν ρεκόρ δείχνουν πως η Ευρώπη ακολουθεί ξεκαθαρα ένα μονοπάτι προς την… θέρμανση.

Πριν λίγες μέρες δημοσιεύτηκε επίσημη έκθεση της κατάστασης του κλίματος της Ευρώπης (European State of the Climate – ESOTC) από το πρόγραμμα Copernicus (Copernicus Climate Change Service) που κάνει μία ανασκόπηση στα κύρια κλιματικά μοτίβα και μετεωρολογικά επεισόδια του 2020 πάνω από την Ευρώπη. Αυτή επίσης είναι η πρώτη φορά που το ESOTC επεκτείνει την αναφορά του και σε ολόκληρη την αρκτική περιοχή, της οποίας η κλιματολογία επηρεάζει άμεσα αυτήν της Ευρώπης.

 

 

 

Ό,τι συμβαίνει στην Αρκτική σπάνια μένει στην Αρκτική

Ο Δρ. Vamborg λέει ότι “Το πόσο θερμή ήταν η Αρκτική το 2020 είναι ένα κλιματικό σημάδι κλειδί για το παγκόσμιο κλίμα. Η Αρκτική ήταν η περιοχή με τις μεγαλύτερες θερμοκρασιακές αποκλίσεις στον κόσμο το 2020, με θερμοκρασίες 2.2°C πάνω από τις κλιματικές τιμές της περιόδου 1981-2020, συγκριτικά με το +0.6°C που σημειώθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο”.

Η Αρκτική Σιβηρία επηρεάστηκε ιδιαιτέρως. Με +4.3°C πάνω από τα κλιματικά μέσα στο 2020, έσπασε μακράν τα ρεκόρ των ετών 2011 και 2016, όταν η περιοχή είδε θερμοκρασίες περί των 2.5°C πάνω από τα κλιματικά. Αυτό το μοτίβο θέρμανσης είναι μέρος της συνολικότερης τάσης, όπου οι αρκτικές περιοχές θερμαίνονται πολύ πιο γρήγορα από τις υπόλοιπες στον κόσμο (τουλάχιστον 2-3 φορές πιο γρήγορα), σύμφωνα με τον Δρ. Julien Nicolas που συμμετείχε στην συγγραφή της αναφοράς αυτής.

Οι μηχανισμοί ανάδρασης σίγουρα έπαιξαν τον ρόλο τους το 2020 εξηγεί ο Δρ. Julien Nicolas. Ένας από αυτούς είναι το φαινόμενο της λευκαύγειας (albedo effect), το οποίο συνδέεται με το πόσο ικανή είναι μία επιφάνεια να ανακλαει την ηλιακή ακτινοβολία. Υψηλότερες θερμοκρασίες οδήγησε σε χαμηλότερη χιονοκάλυψη στην αρχή της άνοιξης, το οποίο έλιωσε πιο γρήγορα, εκθέτοντας το λιγότερο λευκαυγές έδαφος (πιο σκούρο -άρα με μικρότερη ικανότητα ανάκλασης), το οποίο θερμάνθηκε ευκολότερα. Παράλληλα, προς την κατεύθυνση των θερμοκρασιακών ρεκόρ και των καυσωνικών επεισοδίων, μέσα στην άνοιξη του 2020, συνέβαλλαν και οι πυρκαγιές στην Σιβηρία μαζί με το ξηρό έδαφος και τους ανέμους. Τα θερμά επεισόδια δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον θαλάσσια πάγο στις Αρκτικές περιοχές, που έφτασε στο δεύτερο ιστορικό χαμηλό από το 1979 που διατηρείται αρχείο. Συγκεκριμένα, η έκταση του πάγου ήταν κατά 35% μικρότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1981-2010, ενώ τους μήνες Ιούλιο και Οκτώβριο, η έκτασή του άγγιξε τα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί για αυτήν την περίοδο του έτους.

Να σημειωθεί ότι οι πυρκαγιές στην Σιβηρία προσέθεσαν στην ατμόσφαιρα επιπλέον 58 εκατομύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, που αποτελεί ποσό διπλάσιο από αυτό που είχαν προσθέσει το 2019, που αποτελούσε και το πιο πρόσφατο ρεκόρ. Σαφώς, ό,τι έγινε στην Αρκτική, δεν παρέμεινε εκεί, αλλά επηρέασε τα κλιματικά μοτίβα της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, αυτή η κατάσταση προκάλεσε μία αρκετά θερμή εκκίνηση στην άνοιξη του 2020.

 

Το θερμότερο καταγεγαμένο έτος για την Ευρώπη

Το 2020 ήταν το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, καθώς οι θερμοκρασίες ανήλθαν σε επίπεδα έως και +0.5°C σε σχέση με προηγούμενα ρεκόρ. Κάποιες περιοχές μάλιστα στην βόρεια και ανατολική Ευρώπη ήταν περισσότερο από 2°C θερμότερες από τις μέσες κλιματικές τιμές.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παρατηρήθηκαν ιδιαίτερα ψηλές θερμοκρασίες κατά διαστήματα, ενώ επεισόδια θερμής μεταφοράς είχαμε και μέσα στο φθινόπωρο, τα οποία δεν ήταν τόσο έντονα, αλλά είχαν διάρκεια, αναφέρει η Δρ. Francesca Guglielmo.
Ωστόσο, η πιο αξιοσημείωτη απόκλιση σημειώθηκε τον περασμένο χειμώνα, οπότε και η μέση θερμοκρασία έφτασε τους 3.4°C πάνω από τα κλιματικά για την εποχή, δηλαδή 1.9°C πάνω από το προηγούμενο ρεκόρ. Ο αριθμός ημερών κατά τις οποίες η θερμοκρασία παρέμεινε κάτω από τους 0°C μέσα στη μέρα μας δείχνει και το πόσο θερμός ήταν τελικά ο χειμώνας αυτός. Αναφέρεται ότι περιοχές τη βορειοανατολικής Ευρώπης είδαν έως και 40 (και πλέον) λιγότερες μέρες με ολικό παγετό.
Στην βόρεια και ανατολική Ευρώπη οι καιρικές συνθήκες ήταν σχετικά ασυνήθιστες, καθώς ο χειμώνας στην Βαλτική, την Φινλανδία και την δυτική Ρωσία ήταν έως και 8°C θερμότερος από τα κλιματικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σημειωθεί ρεκόρ λίγων ημερών με σημαντικό ψύχος, αλλά και μειωμένης έκτασης πάγου σε περιοχές της Βαλτικής και του κόλπου της Φινλανδίας. Σύμφωνα με την Dr. Guglielmo, η Ευρώπη έχει φτάσει τους +2.2°C κατά μέσο όρο σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα.

Όσον αφορά το θέρος, παρά το γεγονός ότι ο Ιούνιος στην βορειοανατολική Ευρώπη ήταν ιδιαίτερα θερμός, η Μεσόγειος που το 2018 και 2019 βίωσε αρκετά θερμά καλοκαίρια, το 2020 είχε λιγότερες θερμές μέρες σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1981-2010.

 

The number of days during which the daily maximum temperature was below freezing ('ice days') during winter 2020 (left) and for winter 2020 relative to the 1981-2020 reference period (right).
Πηγή: E-OBS. Credit: C3S/KNMI. Αριθμός ημερών όπου η μέγιστη θερμοκρασία ήταν κάτω των 0°C κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2020 (αριστερά). Διαφορά αριθμού ημερών με μέγιστη θερμοκρασία ήταν κάτω των 0°C και μέσου αριθμού ημερών της περιόδου 1981-2010 (δεξιά).

 

 

Μία απότομη ξηρή άνοιξη και ένα ρεκόρ καταιγίδας

Σε έναν υγρότερο του μέσου όρου χειμώνα, ο Φεβρουάριος χαρακτηρίστηκε από τα υψηλότερα ποσά βροχής για το έτος 2020. Αυτό επηρέασε κυρίως την δυτική Ευρώπη, όπου ποτάμια όπως ο Ρίνος έφτασαν σε ένα μέγιστο στάθμης αρκετά νωρίς. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα άλλαξαν, καθώς η άνοιξη που διαδέχτηκε τον χειμώνα ήταν ιδιαιτέρως ξηρή (τουλάχιστον η εκκίνηση). Αυτό είχε έναν σημαντικό αντίκτυπο και στην βλάστηση, η οποία επηρεάστηκε από την έλλειψη βροχών και συννεφιάς, αλλά και την έντονη ηλιακή ακτινοβολία, που επέφραν έντονη εξατμισοδιαπνοή. Ήταν σαφώς η ξηρότερη άνοιξη των τελευταίων 40 ετών.

Πάντως τον Οκτώβριο, η κατιαγίδα Alex προκάλεσε ρεκόρ βροχοπτώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Γαλλία και τις Ιταλικές Άλπεις. Μάλιστα, ένα θερμό και υγρό ρεύμα αέρα ερχόμενο από τη Μεσόγειο, επηρεάσε τα νοτι΄τοερα τμήματα των Άλπεων προκαλώντας τελικά πλημμύρες και καταστροφές σε περιοχές τις Ιταλίας και της Γαλλίας. Ήταν η πρώτη φορά τα τελευταία 40 χρόνια που η Γαλλία βίωσε μάι τέτοια κατάσταση τόσο νωρίς την χειμερινή περίοδο και η πρώτη φορά τα τελευταία 70 χρόνια που καταγράφηκαν τέτοιες ποσότητες βροχής σε περιοχές της Ιταλίας.

But in October, Storm Alex broke daily rainfall records in the UK and Brittany, as well as in the French and Italian Maritime Alps. In the Maritime Alps, a flow of warm moist air coming off the Mediterranean from the southwest caused landslides and flooding in France and Italy and damaged infrastructure. It was the first time in 40 years that France saw such an intense storm so early in the season and the first time in 70 years that the Italian region of Piedmont recorded such high levels of precipitation. The UK recorded 31.7 mm of rain in 24 hours, marking the 3rd of October as the country’s wettest day in the last 130 years.

Παραμένει πρόκληση, σύμφωνα με τη Meteo-France, να δούμε κατά πόσο τα επεισόδια βροχοπτώσεων θα γίνουν περισσότερο ακραία στην Μεσόγειο. Ήδη παρατηρείται ένα 22% αύξησης της έντασης των φαινομένων τα τελευταία 50 χρόνια. Λέγοντας για ένταση σαφώς εννοούμε ότι σημανικές ποσότητες βροχής σημειώνονται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.

 

 

 

Στο τελευταίο χάρτη παρατηρείται ότι τελικά το 2020 ήταν ένα καθόλα θερμό έτος σε παγκόσμιο επίπεδο με έμφαση στις Αρκτικές περιοχές.

 

 

Πηγή: euronews.com

Το παγόβουνο που έγινε γνωστό ως το μεγαλύτερο στον κόσμο, πλέον έχασε το ρεκόρ του.

 

Το A68, κάλυπτε μια έκταση περίπου 6.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων όταν αποκόπηκε από την Ανταρκτική το 2017.

 

Επί της ουσίας επρόκειτο για μια «μικρή χώρα» αν αναλογιστεί κανείς ότι το μέγεθός του ήταν το ίδιο με της Ουαλίας.

 

Όμως, οι δορυφόροι δείχνουν, ότι το αυτό το σούπερ – παγόβουνο έχει πλέον σχεδόν εξαφανιστεί. Χωρισμένο σε αμέτρητα μικρά θραύσματα πια, το Εθνικό Κέντρο Πάγου των ΗΠΑ λέει, ότι δεν αξίζει πλέον ούτε καν να το παρακολουθούν οι ειδικοί.

 

Ο Α68 «γεννήθηκε» από τον Larson C στην άκρη της χερσονήσου της Ανταρκτικής και για ένα χρόνο σχεδόν δεν είχε μετακινηθεί.

 

Στη συνέχεια άρχισε να κινείται βόρεια με αυξανόμενη ταχύτητα, ωθούμενο από δυνατά ρεύματα και ανέμους.

 

Το παγωμένο μπλοκ των δισεκατομμυρίων τόνων πήρε μια οικεία διαδρομή, γυρίζοντας προς τον Νότιο Ατλαντικό.

 

Πλησίαζε στην περιοχή που «πεθαίνουν» τα μεγάλα παγόβουνα. Εκεί σταματούν στα τοπικά ρηχά και είναι καταδικασμένα να λιώνουν σταδιακά.

 

Ωστόσο, η περίπτωση του A68 κατά κάποιον τρόπο κατάφερε να ξεφύγει από αυτή τη συγκεκριμένη μοίρα.

 

Το δικό του τέλος ήρθε από τα θερμά κύματα και τις υψηλότερες θερμοκρασίες του αέρα στον Ατλαντικό. Αυτό που συνέβη είναι ότι απλώς διαλύθηκε σε μικρότερα θραύσματα.

 

 

 

«Είναι εκπληκτικό το ότι το παγόβουνο A68 έζησε τόσο», δήλωσε ο Adrian Luckman, από το Πανεπιστήμιο Swansea, στο BBC News.

 

«Αν σκεφτεί κανείς την αναλογία πάχους – είναι σαν τέσσερα κομμάτια χαρτιού Α4 να συσσωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο. Άρα αυτό το πράγμα είναι απίστευτα ευέλικτο και εύθραυστο καθώς κινείται γύρω από τον ωκεανό. Αλλά τελικά έσπασε σε τέσσερα έως πέντε κομμάτια και στη συνέχεια αυτά με τη σειρά τους χωρίστηκαν» είπε.

 

Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν το A68 ως προϊόν μιας πολύ φυσικής διαδικασίας.

 

Η ιστορία του A68 έχει αφήσει παρακαταθήκη όμως στην έρευνα: τόσο για το πώς κατασκευάζονται τα επίπεδα πάγου όσο και για το πώς διαλύονται δημιουργώντας παγόβουνα.

 

«Ένα πράγμα που μάλλον αξίζει να αναφερθεί ως επιστημονικό αποτέλεσμα ήταν το ότι μάθαμε αρκετά για την αντοχή στη θραύση των ζωνών των διαφόρων επιφανειών, όπου οι εσωτερικοί παγετώνες ενώθηκαν για να σχηματίσουν τον πλωτό πάγο», σχολίασε ο Κρίστοφερ Σούμαν από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ της κομητείας της Βαλτιμόρης (UMBC) και Nasa-Goddard.

 

«Επειδή είχαμε νέους αισθητήρες ώστε να βλέπουν την εξέλιξη των ρήξεων πιο συχνά, είμαι βέβαιος ότι συλλέχθηκαν χρήσιμες πληροφορίες, που δεν θα μπορούσαμε να είχαμε την προηγούμενη δεκαετία. Αυτό είναι μια πραγματική απόδειξη για τις επενδύσεις που γίνονται στον τομέα της παρατήρησης» πρόσθεσε.

 

Για να μπει στη λίστα των δυνητικά επικίνδυνων παγόβουνων του USNIC, ένα παγόβουνο πρέπει είτε να έχει έναν άξονα μεγαλύτερο από 18,5 χλμ ή μια έκταση τουλάχιστον 20 τετραγωνικών ναυτικών μιλίων (68,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα).

 

Κανένα από τα θραύσματα του A68 δεν πληροί τις προϋποθέσεις. Το τελευταίο μεγάλο κομμάτι, γνωστό ως A68a, μετρήθηκε την Παρασκευή σε μόλις 3 ναυτικά μίλια.

 

Πηγή: Lifo, BBC

Ποιά είναι η τρέχουσα παγοκάλυψη στο βόρειο ημισφαίριο; Έχει πάντα ενδιαφέρον να παρατηρούμε την εξέλιξη της παγοκάλυψης, η οποία επηρεάζεται σημαντικά από την κλιματική αλλαγή.

 

Ο χειμώνας 2020-2021 μπορεί να αποτέλεσε έναν χειμώνα με ιδιαίτερες αντιθέσεις. Χαρακτηρίστηκε τουλάχιστον στην Ευρωπαϊκή ήπειρο από μία θερμή εκκίνηση, αλλά και ένα ψυχρό και παρατεταμένο τελείωμα. Συνήθως βέβαια η ψυχρή όψη του φετινού χειμώνα κυμάνθηκε εντός των μέσο όρο.

 

Το 2020, αλλά και οι πρώτοι μήνες του 2021, φαίνεται ότι κινήθηκαν και κινούνται, από πλευράς όγκου πάγου στο βόρειο ημισφαίριο, σε έναν νέο μέσο όρο που έχει διαμορφωθεί την τελευταία δεκαετία. Αυτός ο μέσος όρος θέλει μέγιστο όγκου αρκτικού πάγου τον Απρίλιο στα 22000 κυβικά χιλιόμετρα, που είναι χαμηλότερος κατά περίπου 5000 κυβικά χιλιόμετρα σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης 40ετίας.

Υπενθυμίζουμε ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 90′, ο όγκος του αρκτικού πάγου είναι χαμηλότερος του μέσου όρου και μάλιστα παρουσιάσει διαρκώς αρνητική τάση, όπως φαίνεται και από τα ακόλουθα διαγράμματα.

 

 

Όσον αφορά την παγοκάλυψη, δηλαδή την έκταση που καταλαμβάνει ο πάγος, τα πράγματα φαινομενικά είναι καλύτερα. Ωστόσο, αυτό οφείλεται σε πρόσκαιρες ψυχρές εξάρσεις. Στην πραγματικότητα, για να δημιουργηθεί ένας παγετώνας χρειάζεται παρέλευση δεκαετιών χωρίς σημαντική τήξη των πάγων. Τον περασμένο μήνα η μέση έκταση ήταν μικρότερη σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 1981-2010. Ενώ οι περιφερειακές περιοχές των αρκτικών πάγων φαίνεται πως αποτελούνται κατά ποσοστό μικρότερο του 50% από πάγο. Στις ίδιες περιοχές η τάση που παρουσιάζουν σε σχέση με το μέσο όρο είναι σαφώς αρνητική. Πάντως πρέπει να αναφερθεί ότι κάποιες μικρές περιοχές βόρεια της Σιβηρίας, αλλά και μεταξύ Σιβηρίας και Αλάσκας παρουσιάζουν αυξημένη συγκέντρωση πάγου, η οποία οφείλεται ακριβώς σε περιστασιακές ψυχρές εξάρσεις.

 

Ο μεγαλύτερος παγετώνας Aletsch που βρίσκεται στις Άλπεις στα νοτιότερα της Ελβετίας συρρικνώνεται συνεχώς από το 1870. Δείτε φωτογραφίες και βίντεο.

 

Ο παγετώνας Aletsch είναι, όπως η πλειοψηφία των παγτώνων στη γη σήμερα, ένας υπό συρρίκνωση παγετώνας, που βρίσκεται σε υψόμετρο μεταξύ 1600 και 4000 μέτρων στο νότιο τμήματα των Ελβετικών Άλπεων. Αποτελεί ουσιαστικά τον μεγαλύτερο σε έκταση και όγκο παγετώνα των Άλπεων. Από το 1980 έως το 2016 έχασε 1.3km του μήκους του, ενώ από το μακρινό 1870 η μείωση που έχει παρατηρηθεί αντίστοιχα στο μήκος του είναι 3.2 km. Επιπλέον, το πάχος του έχει μειωθεί κατά 300 μέτρα. Αν θέλουμε να το κάνουμε εικόνα, ένας ορειβάτης που επισκέπτεται σήμερα τον παγετώνα περπατάει σε υψόμετρο κατά 300 μέτρα χαμηλότερα από αυτό που περπατούσε αντίστοιχα κάποιος το 1870. Ο παγετώνας Aletsch αποτελείται από τέσσερεις μικρότερους παγετώνες που συγκλίνουν στην τοποθεσία Concordia, όπου το πάχος, μετρημένο από το ETH, μετρήθηκε κοντά στο 1km.

Η σύγκριση των δύο φωτογραφιών (από το Springer Nature) από το 1856 (αριστερά) και 2018 (δεξιά) είναι ενδεικτικές των απωλειών που έχει υποστεί ο παγετώνας. Το μέγεθος αυτής της απώλειας αλλά και οι συγκρίσεις γίνονται θερινούς μήνες, οπότε και το αποτέλεσμα των περιστασιακών χιονοπτώσεων κατά έτος πρακτικά “αφαιρείται”:

Στο επόμενο σετ φωτογραφιών (από το Springer Nature) φαίνεται ο παετώνας από τα ψηλότερα προς τα χαμηλότερα (από πάνω προς τα κάτω) και η εκτίμηση της θέσης του παγετώνα το 1860. Οι απώλειες με γυμνό μάτι φαίνεται να είναι μεγαλύτερες στα χαμηλότερα τμήματα του παγετώνα:

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι το καταφύγιο στην περιοχή Concordia, που χτίστηκε το 1877 μόλις 50 μέτρα πάνω από τον παγετώνα, σήμερα πρέπει κάποιος να ανέβει 433 σκαλιά για να το προσεγγίσει.

Η σημερινή εικόνα από το καταφύγιο σε live χρόνο (ΕΔΩ) μπορεί να δείχνει κάτι φαινομενικά (αλλά όχι ουσιαστικά) διαφορετικό από αυτό που περιγράφουμε. Ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις ιδιαίτερα αυξημένες χιονοπτώσεις φέτος στην περιοχή των Άλπεων μετά από αρκετά χρόνια, έχοντας στο μυαλό μας ότι παγετώνας αποκαλείται ένας σχηματισμός που προήλθε από υπεραιωνόβια παρουσία χιονιού σε μία περιοχή και όχι η συγκέντρωση περιστασιακού χιονιού μετά από έναν “βαρύ” χειμώνα.
Τέλος, ένα εντυπωσιακό βίντεο δείχνει την εξέλιξη του παγετώνα μέχρι το 2100 κάτω από 3 διαφορετικά σενάρια εκπομπών που θα αυξήσουν με διαφορετικό τρόπο την περιοχή:

 

Υπενθυμίζουμε ότι ο Γιάννης Καθαρόπουλος και το NorthMeteo.gr είχαν βρεθεί στο σημείο του παγετώνα με ελικόπτερο τον Ιανουάριο του 2020:

Ο ένας χρόνος lockdown και γενικότερων περιορισμών είχε ενδιαφέροντα αποτελέσματα στις εκπομπές ρύπων. Δεν ήταν όμως αρκετά, καθώς τα επίπεδα ρύπων επιστρέφουν στα «φυσιολογικά» επίπεδα με γρήγορους ρυθμούς.

Ο πλανήτης έχει ήδη θερμανθεί περίπου 1,2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τις προ-βιομηχανικές εποχές από τη στιγμή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακήρυξε την πανδημία στις 11 Μαρτίου 2020. Έτσι ξεκίνησε μία ξαφνική και πρωτοφανής «μείωση» της ανθρώπινης δραστηριότητας, καθώς ο κόσμος έμπαινε σε lockdown και τα εργοστάσια σταμάτησαν τη λειτουργία τους, τα αυτοκίνητα κράτησαν τις μηχανές κλειστές και τα αεροπλάνα παρέμειναν προσγειωμένα.

Έκτοτε έχουν υπάρξει αρκετές σημαντικές στιγμές, αλλά για τους επιστήμονες αυτή η περίοδος έριξε φως και σε ορισμένα πράγματα που δεν περίμεναν.

Αυτά είναι τα τρία βασικά πράγματα που μάθαμε:

1. Η επιστήμη του περιβάλλοντος μπορεί να λειτουργήσει σε πραγματικό χρόνο

Η πανδημία μας έκανε να σκεφτούμε πώς να ξεπεράσουμε ορισμένες από τις δυσκολίες μέτρησης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και ειδικότερα του διοξειδίου του άνθρακα, σε πραγματικό χρόνο. Όταν ξεκίνησαν τα lockdowns τον Μάρτιο του 2020, ο επόμενος Παγκόσμιος Προϋπολογισμός Ανθρακα (Global Carbon Budget) που καθορίζει τις τάσεις των εκπομπών ανά έτος δεν επρόκειτο να κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος της χρονιάς. Έτσι, οι επιστήμονες του κλίματος ξεκίνησαν να αναζητούν άλλα δεδομένα ικανά να δείξουν πώς άλλαζε το CO2.

Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες σχετικά με το κλείδωμα ως καθρέφτη για τις παγκόσμιες εκπομπές. Με άλλα λόγια, γνωρίζοντας το ύψος των εκπομπών από διάφορους οικονομικούς τομείς ή χώρες πριν από την πανδημία και σε ποιο βαθμό είχε μειωθεί η κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα, η υπόθεση ότι οι εκπομπές τους είχαν μειωθεί κατά το ίδιο ποσό είναι βάσιμη.

Μέχρι τον Μάιο του 2020, μια μελέτη-ορόσημο συνδύασε κυβερνητικές πολιτικές και δεδομένα οικονομικής δραστηριότητας από όλο τον κόσμο προβλέποντας έως και 7% πτώση των εκπομπών CO2 μέχρι το τέλος του έτους, αριθμός που επιβεβαιώθηκε αργότερα από το Global Carbon Project. Τη συγκεκριμένη μελέτη ακολούθησε σύντομα έρευνα από την ομάδα του Piers Foster (σ.σ.: ο οποίος υπογράφει το συγκεκριμένο κείμενο), η οποία χρησιμοποίησε δεδομένα από τις Google και Apple για να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές σε 10 διαφορετικούς ρύπους, ενώ μια τρίτη μελέτη παρακολούθησε και πάλι τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα χρησιμοποιώντας δεδομένα για την καύση ορυκτών καυσίμων και την παραγωγή τσιμέντου.

Κλιματική αλλαγή-Lockdown
Ο πλανήτης έχει ήδη θερμανθεί περίπου 1,2 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τις προ-βιομηχανικές εποχές από τη στιγμή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακήρυξε την πανδημία στις 11 Μαρτίου 2020. © Shutterstock

Τα τελευταία δεδομένα από την Google δείχνουν ότι αν και η καθημερινή δραστηριότητα δεν έχει ακόμη επιστρέψει σε επίπεδα προ-πανδημίας, έχει ανακάμψει σε κάποιο βαθμό. Αυτό αντικατοπτρίζεται στην τελευταία εκτίμηση, η οποία δείχνει, μετά από μια περιορισμένη αναπήδηση μετά το πρώτο lockdown, μια αρκετά σταθερή αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020. Αυτό ακολουθήθηκε από μια δεύτερη και μικρότερη βουτιά που αντιπροσωπεύει το δεύτερο κύμα στα τέλη του 2020/αρχές του 2021.

Εν τω μεταξύ, καθώς η πανδημία προχώρησε, το πρότζεκτ Carbon Monitor καθιέρωσε μεθόδους για την παρακολούθηση των εκπομπών CO2 σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, δίνοντάς μας έναν πολύτιμο νέο τρόπο να κάνουμε αυτό το είδος επιστήμης.

2. Καμία δραματική επίδραση στην αλλαγή του κλίματος

Τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, η πανδημία θα έχει λιγότερες επιπτώσεις στις προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής από ό, τι πολλοί άνθρωποι ελπίζουν.

Παρά τους καθαρούς και ήσυχους ουρανούς, η έρευνα στην οποία συμμετείχε ο Foster διαπίστωσε ότι το lockdown είχε στην πραγματικότητα μια μικρή επίδραση στην αύξηση της θερμοκρασίας την άνοιξη του 2020: καθώς η βιομηχανία σταμάτησε, η ατμοσφαιρική ρύπανση μειώθηκε και το ίδιο έκανε και η ικανότητα των αερολυμάτων, μικροσκοπικών σωματιδίων που παράγονται από την καύση ορυκτών καυσίμων, να ψύχουν τον πλανήτη αντανακλώντας το ηλιακό φως μακριά από τη Γη. Ο αντίκτυπος στην παγκόσμια θερμοκρασία ήταν βραχυπρόθεσμος και πολύ μικρός (αύξηση μόλις 0,03 βαθμοί Κελσίου), αλλά παρόλα αυτά ήταν μεγαλύτερος σε σχέσεις με τις αλλαγές που έφεραν τα lockdowns στο όζον, στο διοξείδιο του άνθρακα ή στις αερομεταφορές.

Κλιματική αλλαγή-Lockdown
Ο ένας χρόνος lockdown και γενικότερων περιορισμών είχε ενδιαφέροντα αποτελέσματα στις εκπομπές ρύπων. Δεν ήταν όμως αρκετά, καθώς τα επίπεδα ρύπων επιστρέφουν στα «φυσιολογικά» επίπεδα με γρήγορους ρυθμούς. © Shutterstock

Κοιτάζοντας προς το 2030, τα «απλά» μοντέλα εκτιμούν ότι η παγκόσμια θερμοκρασία θα είναι περίπου 0,01 C χαμηλότερη -ως αποτέλεσμα του Covid-19- σε σχέση με το αν οι χώρες ακολουθούσαν τις δεσμεύσεις εκπομπών που είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ στο απόγειο της πανδημίας. Αυτά τα ευρήματα υποστηρίχθηκαν αργότερα από πιο σύνθετες προσομοιώσεις μοντέλων.

Πολλές από αυτές τις εθνικές δεσμεύσεις έχουν ενημερωθεί και ενισχυθεί μέσα στη χρονιά που πέρασε, αλλά εξακολουθούν να μην επαρκούν για την αποφυγή επικίνδυνων κλιματικών αλλαγών και όσο συνεχίζονται οι εκπομπές θα «τρώμε» από το υπόλοιπο του προϋπολογισμού άνθρακα. Όσο περισσότερο καθυστερούμε να αναλάβουμε δράση, τόσο πιο απότομες θα πρέπει είναι οι περικοπές στις εκπομπές.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ BBC  ΠΗΓΗ ΕΔΩ.

Ανταρκτική : Τι είναι αυτό που έχει τρομοκρατήσει τους περιβαλλοντολόγους

Η Ανταρκτική θεωρείται ένα από τα τελευταία άθικτα μέρη της φύσης σε ολόκληρη τη γη. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την απομακρυσμένη τοποθεσία, αλλά και με το αφιλόξενο κλίμα της. Γιατί λοιπόν έχουν τρομοκρατηθεί οι περιβαλλοντολόγοι;

Η Ανταρκτική θεωρείται ένα από τα τελευταία άθικτα μέρη της φύσης σε ολόκληρη τη γη. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την απομακρυσμένη τοποθεσία, αλλά και με το αφιλόξενο κλίμα της.

Σε μετρήσεις στις κοιλάδες του ανατολικού οροπεδίου της Ανταρκτικής έχουν σημειωθεί μέχρι και μείον 98 βαθμοί Κελσίου. Σε αυτήν τη μοναδική περιοχή με τα σπάνια είδη ζώων, η Αυστραλία σχεδιάζει μέχρι το 2040 να κατασκευάσει αεροδρόμιο.

Διάδρομος μήκους 2,7 χιλιομέτρων θα επιτρέπει στο μέλλον σε αεροπλάνα να ταξιδεύουν με προορισμό τον Νότιο Πόλο – σενάριο που τρομοκρατεί τους περιβαλλοντολόγους.

Η κυβέρνηση στην Καμπέρα θέλει να κατασκευάσει το αεροδρόμιο στην ανατολική Ανταρκτική, πολύ κοντά στον αυστραλιανό ερευνητικό σταθμό Davis.

Σύμφωνα με τις επιθυμίες της Αυστραλιανής Διεύθυνσης Ανταρκτικής (AAD), ο διάδρομος θα καθιστούσε δυνατή τη σύνδεση πτήσεων όλο τον χρόνο μεταξύ Χόμπαρτ, της πρωτεύουσας της πολιτείας της Τασμανίας, και της Ανταρκτικής.

Τί θα γίνει με τα ζώα της περιοχής

«Η περιοχή γύρω από τον σταθμό Davis είναι ίσως η πιο σημαντική παράκτια περιοχή χωρίς πάγο στην Ανταρκτική», τονίζουν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Τασμανίας (UTAS).

Gentoo Penguin at Cuverville Island – Antarctica

«Διαθέτει μοναδικές λίμνες, φιόρδ, απολιθώματα και άγρια ζωή». Η Τζούλια Τζαμπούρ και η Σάουν Μπρουκς από το Ινστιτούτο Θαλάσσιων και Ανταρκτικών Μελετών (IMAS) προειδοποίησαν αμέσως για τις πιθανές συνέπειες του έργου.

Η περιοχή γύρω από τον διάδρομο που προβλέπεται να κατασκευαστεί είναι σημαντική για τους πιγκουίνους και τις φώκιες.

Καταστροφή

Με τέτοιο έργο, όχι μόνο θα καταστραφούν τμήματα του οικοτόπου, αλλά τα ζώα της περιοχής θα υποφέρουν επίσης πολύ από τον θόρυβο και τη σκόνη κατά την κατασκευή και ειδικά μετά την έναρξη λειτουργίας του αεροδρομίου, όπως υποστηρίζουν ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων.

«Εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι σύμφωνα με τις τουριστικές οδηγίες δεν επιτρέπεται να κλείνουμε καν τον δρόμο στους πιγκουΐνους, μπορείτε να υποθέσετε ότι αυτό το έργο θα έχει τεράστιο αντίκτυπο στα ζώα», δήλωσε ο ειδικός σε θέματα που αφορούν την Ανταρκτική, Αλιστέρ Αλαν, του ιδρύματος Μπομπ Μπράουν.

Επιπλέον, «προβλέπονται ανεπανόρθωτες ζημιές στις παρακείμενες λίμνες», τόνισαν οι ερευνήτριες Τζαμπούρ και Μπρουκς. Σύμφωνα μάλιστα με τις εκτιμήσεις της Μπρουκς, το έργο θα αυξήσει το οικολογικό αποτύπωμα όλων των κρατών που διεξάγουν μελέτες στην Ανταρκτική κατά 40%.

Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον για την Ανταρκτική

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες είναι κατανοητές. Διεξοδικές έρευνες και δοκιμές για την ελαχιστοποίηση του αντίκτυπου στην περιοχή ήταν άλλωστε προγραμματισμένες.

Γεωπολιτικοί στόχοι

Παρόλα αυτά υπάρχουν αρκετοί που πιστεύουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει μόνο επιστημονικούς, αλλά κυρίως γεωπολιτικούς στόχους.

Η αυστραλιανή υπουργός Εξωτερικών Μαρίς Πέιν δήλωσε άλλωστε σε δελτίο Τύπου τον περασμένο Δεκέμβριο ότι το έργο «θα ενίσχυε την παρουσία της Αυστραλίας στην Ανταρκτική».

Η AAD είχε επίσης ανακοινώσει σε προηγούμενη έκθεσή της ότι το αεροδρόμιο «θα αύξανε την παρουσία μας και την επιρροή μας».

Ο Τζέοφ Ντάνοκ, ο οποίος εργάστηκε για την AAD για πάνω από μια δεκαετία, εξηγεί τα κίνητρα για την απόφαση όπως τα αντιλαμβάνεται ο ίδιος:

«Ανησυχούν για την αυξανόμενη επιρροή και το ενδιαφέρον της Κίνας και της Ρωσίας στην Ανταρκτική και πιστεύουν ότι μπορούν να τα αντισταθμίσουν».

«Ο μεγαλύτερος φόβος μου»

Από την εξαγγελία του έργου το 2018, ο Ντάνοκ προειδοποίησε την κυβέρνηση όχι μόνο για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά και για τεράστια προβλήματα υλικοτεχνικής φύσης.

Δήλωσε μάλιστα τότε ότι «δεν μπορούσε να δει καθόλου θετικές προεκτάσεις» σε αυτό.

«Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί να εγγυηθεί τη χρηματοδότηση του έργου μέχρι το 2040», δήλωσε ο Ντάνοκ.

«Και όταν εκλεγεί μια νέα κυβέρνηση, θα μπορούσε να ακυρώσει τα ποσά αυτά, αφού όμως θα είχαν γίνει οι ζημιές εκεί. Το μόνο που θα άφηνε δηλαδή πίσω του αυτό το έργο θα ήταν ερείπια – πολλές ζημιές, δίχως κανένα απολύτως όφελος» πρόσθεσε.

Πηγή: Tanea.gr

 

Η κλιματολογία των χιονιάδων της Θεσσαλονίκης αναλύοντας καταγραφές και δεδομένα. Πόσο συχνά χιονίζει; Ποιούς μήνες χιονίζει περισσότερο;

 

Η κλιματολογία των χιονιάδων που σημειώθηκαν στην Θεσσαλονίκη από το 1949 έως και το 2021. Το απόλυτο άρθρο-ανάλυση που δείχνει ποιοι μήνες, έτη και δεκαετίες κατέχουν τα πρωτεία.

 

 

Τα δεδομένα

Ή μέτρηση του ύψους χιονιού είναι πάντα δύσκολη και πολλές φορές προβληματική. Απαιτεί αντικειμενικότητα από τον παρατηρητή ώστε να πραγματοποιήσει σωστή μέτρηση στο κατάλληλο σημείο. Για την παρούσα ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από μετεωρολογικούς χάρτες reanalysis των μοντέλων GFS και ECMWF, παρατηρήσεις από το μετεωρολογικό αρχείο του μετεωροσκοπείου του ΑΠΘ, αλλά και μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε νεότερους χιονιάδες από την ομάδα του NorthMeteo.gr.

Ο εντοπισμός των χιονιάδων πραγματοποιήθηκε μέσα από το αρχείο reanalysis που διατηρείται στο wetterzentrale.de, ενώ τα επεισόδια επιβεβαιώθηκαν μετά από διασταύρωση των στοιχείων με δεδομένα θερμοκρασίας και υετού του ΑΠΘ, αλλά και αποκόμματα εφημερίδων από την Εθνική Ψηφιακή Βιβλιοθήκη.

Ξεκαθαρίζεται ότι τα δεδομένα δεν αφορούν κάθε επεισόδιο χιονόπτωσης που σημειώθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά επεισόδια που συνδυάστηκαν με χιονόστρωση άνω των 2 εκατοστών.

Η συλλογή και συγκέντρωση των μετεωρολογικών και ιστορικών στοιχείων πραγματοποιήθηκε από τον ερασιτέχνη προγνώστη της ομάδα του NorthMeteo.gr Κωνσταντίνο Οικονόμου.

 

Οι χιονιάδες ανά χειμώνα

Στο σχήμα 1 παρουσιάζονται χαρακτηριστικά των χιονιάδων ανά χειμερινή σεζόν. Συγκεκριμένα στο σχήμα 1a βλέπουμε ότι την 24ετία 1949-1973 χιονοπτώσεις συνοδευόμενες με χιονόστρωση συνέβαιναν κάθε χρόνο με εξαίρεση τις περιόδους 1950-1951, 1956-1957 και 1960-1961. Μάλιστα οι χειμώνες 1953-1954, 1955-1956 και 1962-1963 φαίνεται πως ήταν οι χειμώνες με τους περισσότερους χιονιάδες με 5, 3 και 6 επεισόδια ανά σεζόν. Το διάστημα 1980 με 2000 παρατηρείται μείωση των χιονιάδων ανά έτος με εξαίρεση τις περιόδους 1980-1981 και 1986-1987 οπότε και σημειώθηκαν 4 και 5 χιονιάδες αντίστοιχα, ενώ μέσα στην 20ετία αυτή υπήρχαν συνολικά 6 χειμώνες κατά του οποίους η πόλη δεν ντύθηκε στα λευκά. Από το 2000 έως και το 2020 οι χρονιές χωρίς χιονόστρωση αυξήθηκαν σε 11, ενώ ο χειμώνας με τον μέγιστο αριθμό επεισοδίων είναι αυτός του 2018-2019 με 3 χιονιάδες (Σοφία, Υπατία και Ωκεανίς).

Στο σχήμα 1b, φαίνεται πως την 20ετία 1950-1970, 11 χειμώνες παρουσιάζουν μέσο ύψος χιονιού μεγαλύτερο ή ίσο των 20 εκατοστών με μέγιστο ύψος ανά επεισόδιο τα 55 εκατοστά τον χειμώνα 1967-1968. Παράλληλα, οι χειμώνες 1953-1954 και 1957-1958 κατέχουν από έναν χιονιά με ύψος χιονιού 50 εκατοστών, ενώ τον χειμώνα 1963-1964 σημειώθηκε ένας χιονιάς με 45 εκατοστά χιονιού. Στη νεότερη ιστορία πάντως ένα πρώτο “νεκρό” διάστημα με απουσία σημαντικών χιονοπτώσεων στην Θεσσαλονίκη σημειώθηκε το διάστημα 1974-1977. Η δεκαετία 1980-2000 χαρακτηρίζεται από μόλις 5 χρονιές με μέσο ύψος χιονιού >=20 εκατοστών με μεγαλύτερο ύψος, και μάλιστα το μέγιστο στην συνολική περίοδο που εξετάζουμε (1949-2021), να σημειώνεται στον ένα και μοναδικό χιονιά για την περίοδο 1988-1989, με κατά μέσο όρο 65 εκατοστά χιονιού (δείτε το φωτογραφίες εδώ).

Στο σχήμα 1c παρουσιάζονται όλα τα επεισόδια χιονιάδων που σημειώθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης χαρακτηρισμένα από τη διάρκειά τους σε μέρες και το μέσο ύψος χιονιού. Οι μεγαλύτερες διάρκειες χιονιάδων παρατηρούνται την 20ετία 1950-1970, οπότε παρατηρήθηκαν δύο χιονιάδες με διάρκεια 5 μέρες, τρεις χιονιάδες με διάρκεια 4 ημέρες και 8 χιονιάδες με διάρκεια 3 ημερών. Είναι σημαντική η διαφοροποίηση που σημειώνεται από την 50ετία 1970-2020, κατά την οποία παρατηρήθηκαν συνολικά μόλις 7 χιονιάδες με διάρκεια 3 ημερών και κανένας με μεγαλύτερη διάρκεια. Αξίζει να σημειωθεί, ότι υπάρχουν χιονιάδες, στις περιόδους 1952-1953, 1957-1958, 1965-1966 και 1988-1989, οπότε και σημειώθηκαν από 35 έως 65 εκατοστά μέσα σε διάρκεια μόλις  2 ημερών αναδεικνύοντας την σφοδρότητα των συγκεκριμένων επεισοδίων.

Σχήμα 1 – a) Αριθμός επεισοδίων χοινόπτωσης με χιονόστρωση >2cm, b) Μέσο και μέγιστο ύψος χιονιού στην πόλη της Θεσσαλονίκης και c) συγκεντρωτικό διάγραμμα των υψών χιονόστρωσης όλων των καταγεγραμμένων επεισοδίων. Η χρωματική διαβάθμιση δηλώνει τη χρονική διάρκεια του κάθε χιονιά σε μέρες. Ως διάρκεια του κάθε επεισοδίου ορίζεται το διάστημα από την έναρξη έως και τη λήξη επεισοδίων χιονόπτωσης που συνδέονται με το ίδιο μετεωρολογικό σύστημα. Τα δεδομένα παρουσιάζονται ανά χειμερινή σεζόν (πχ. το έτος 1950 αναφέρεται στον χειμώνα 1950-1951 κοκ) και αφορούν την περίοδο 1949-2021. Τα ύψη χιονόστρωσης αφορούν μία μέση τιμή, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις η εκτίμηση έγινε προσεγγιστικά.

 

 

 

 

Οι χιονιάδες ανά δεκαετία

Εξετάζοντας λίγο πιο μακροσκοπικά την κλιματολογία των χιονιάδων της Θεσσαλονίκης που σημειώθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης από το 1949 έως και το 2021, αναλύουμε τα επεισόδια ανά δεκαετία. Στο σχήμα 2a παρατηρούμε την υπεροχή του παρελθόντος με 15 και 18 χιονιάδες ανά δεκαετία τις δεκαετίες του 50′ και του 60′. Είναι εμφανής η μείωση τη δεκαετία του 70′. Πάντως παρατηρείται μία σταδιακή μείωση των επεισοδίων όσο φτάνουμε στο παρόν. Αξίζει να σημειωθεί ότι αν και η δεκαετία του 90′ εμφανίζεται να έχει 1 επεισόδιο λιγότερο σε σχέση με την δεκαετία του 2000, τα επεισόδια που συνέβησαν συνοδεύτηκαν από αρκετά μεγαλύτερα ύψη χιονόστρωσης.

Αυτό γίνεται εμφανές στο σχήμα 2b, όπου φαίνεται ότι η μέση χιονόστρωση τη δεκαετία του 90′ ήταν 5 εκατοστά μεγαλύτερη από αυτήν της δεκαετίας του 2000. Μάλιστα η δεκατία του 90′ παρουσιάζει ίδιο μέσο ύψος χιονόστρωσης με την δεκαετία του 1980. Αξίζει και πάλι να σημειωθεί ότι οι δεκαετίες του 50′ και του 60′ συνδέονται με υψηλά μέσα ύψη χιονόστρωσης (25εκ. και 20εκ. αντίστοιχα). Τέλος, και η μέση διάρκεια των επεισοδίων φαίνεται να παρουσιάζει μείωση από το 1949 έως και σήμερα από 2.5 μέρες σε μόλις 1.5 ημέρα.

 

Σημειώνεται ότι η δεκαετία 2020-2029 αναφέρεται στα διαγράμματα ενδεικτικά, αφού σαφώς δεν υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ακόμα.

Σχήμα 2 – a) Σύνολο επεισοδίων χιονόπτωσης με χιονόστρωση ανά δεκαετία, b) Μέση ύψος χιονόστρωσης ανά δεκαετία και c) μέση διάρκεια χιονιά ανά δεκαετία. Η δεκαετία 2020-2030 προστέθηκε ενδεικτικά, αφού έχουμε διανύσει μόλις τα δύο πρώτα έτη της.

 

 

Οι χιονιάδες ανά μήνα

Τέλος, προσπαθούμε να κάνουμε μία σύντομη ανάλυση των χιονιάδων ανά μήνα με σκοπό να κατανοήσουμε τα χαρακτηριστικά του κάθε ένα από τους χειμερινούς μήνες. Χιονοπτώσεις συνοδευόμενες με χιονόστρωση έχουν σημειωθεί στην Θεσσαλονίκη τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, αλλά και Απρίλιο. Οι περισσότεροι χιονιάδες, σύμφωνα με το σχήμα 3, φαίνεται πως σημειώνονται τον μήνα Ιανουάριο. Συγκεκριμένα, το 48% των συνολικών χιονιάδων της περιόδου 1949-2021 έχουν σημειωθεί τον μήνα Ιανουάριο, το 24% τον Φεβρουάριο, το 19% τον Δεκέμβριο, το 7% τον Μάρτιο και μόλις το 1% τον Απρίλιο.

Σχήμα 3 – Συνολικά επεισόδια χιονόπτωσης ανά μήνα (κόκκινες μπάρες) και σχετική συχνότητα (%) εκδήλωσης χιονιάδων ανά μήνα επί του συνόλου των χιονιάδων που σημειώθηκαν την περίοδο 1949-2021.

 

 

Στο σχήμα 4a παρατηρούμε ότι ο Ιανουάριος υπερτερεί σε όλους τους χιονιάδες με χιονοστρώσεις <50 εκατοστών. Άξιο λόγου είναι ότι χιονιάδες με ύψος χιονιού 20-30 εκατοστά συνέβησαν κατά 61% τον μήνα Ιανουάριο και πολύ λιγότερο τους υπόλοιπους μήνες. Η μόνη εξαίρεση είναι χιονιάδες με ύψος χιονόστρωσης >50 εκατοστών, όπου το 50% αυτών έχει συμβεί το μήνα Δεκέμβριο, ο οποίος μαζί με τον Ιανουάριο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο μήνας των “ιστορικών” χιονιάδων της Θεσσαλονίκης (χιονιάδων με ύψη >30 εκατοστών). Συνολικά, λοιπόν, φαίνεται ότι τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο έχουν συμβεί 7 επεισόδια με χιονόστρωση >30 εκατοστών, ενώ συνολικά ανεξαρτήτως μήνα έχουν καταγραφεί 11 επεισόδια με χιονόστρωση >30 εκατοστών την περίοδο 1949-2021 στην Θεσσαλονίκη (σχήμα 4b).

Σχήμα 4 – a) Σχετική συχνότητα χιονιάδων ανά ύψος χιονιού για την περίοδο 1949-2021 (το 100% προκύπτει από άθροισμα των τιμών όλων των μηνών σε μία συγκεκριμένη κλάση ύψους χιονιού), b) συχνότητα επεισοδίων χιονιάδων ανά κλάση ύψους χιονόστρωσης και μήνα αντίστοιχα με το διάγραμμα a.

 

 

Τέλος, φαίνεται πως οι περισσότεροι (50%) από τους χιονιάδες που σημειώθηκαν μήνα Μάρτιο συνοδεύτηκαν από χιονόστρωση 10-20 εκατοστών (σχήμα 5). Αντίστοιχα, τον μήνα Ιανουάριο τα περισσότερα επεισόδια (35%) συνδυάστηκαν με χιονοστρώσεις <10 εκατοστών, ενώ οι μήνες Δεκέμβριος και Φεβρουάριος συνδέονται κατά βάση με χιονιάδες ύψους 10-20 εκατοστών κατά 37.5% και 40%. Τέλος, να αναφερθεί ότι έχει καταγραφεί μόνο ένα επεισόδιο με 10-20 εκατοστά στην Θεσσαλονίκη τον μήνα Απρίλιο. Ωστόσο, χιονόπτωση έχει σημειωθεί και στις 9/4/1956, η οποία κρίναμε βάσει και των θερμοκρασιών που κατέγραψε ο σταθμός του ΑΠΘ, ότι δεν συνοδεύτηκε από σημαντική χιονόστρωση, αφού η θερμοκρασία δεν έπεσε κάτω από τους 1.8°C σε εκείνο το επεισόδιο.

 

Σχήμα 5 – Σχετική συχνότητα χιονιάδων επί του συνόλου των χιονιάδων ανά μήνα ταξινομημένη σε κλασεις υψών χιονόστρωσης (το 100% προκύπτει ανά μήνα προσθέτοντας την τιμή του εκάστοτε μήνα ανά κλαση ύχους χιονιού).

 

 

Ακολουθούν δύο πίνακες που αναφέρουν αναλυτικές όλες τις ημερομηνίες των χιονιάδων που σημειώθηκαν από τον χειμώνα 1949-1950 έως και αυτόν του 2020-2021 στην πόλη της Θεσσαλονίκης μαζί με τα εκτιμώμενα ύψη χιονόστρωσης. Σημειώνεται ότι το εύρος χιονόστρωσης αφορά περιοχές εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης (πχ. κέντρο Θεσσαλονίκης, Άνω Πόλη, Συκιές, Εύοσμος, Πυλαία κλπ εξαιρώντας περιοχές όπως το Πανόραμα και το Ωραιόκαστρο), το οποίο από το 1949 έχει παρουσιάσει σημαντική ανάπτυξη.

 

 

 

Έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον η πτώση στάθμης της θάλασσας τις τελευταίες μέρες. Είναι τόσο σπάνιο φαινόμενο ή έχει συμβεί και άλλες χρονιές;

 

Η ομάδα του northmeteo.gr προσπαθώντας να βρει περισσότερα στοιχεία σας παρουσιάζει τη μετεωρολογία αυτού του φαινομένου που είναι και η κύρια υπαίτια για την πτώση της στάθμης της θάλασσας σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου.

 

 

Αν και το φαινόμενο χρήζει επιστημονικής μελέτης πιθανώς με προσομοιώσεις (πχ. sensitivity tests), αλλά και εξέταση δεδομένων μεγαλύτερης ανάλυσης και με μεγαλύτερη ακρίβεια, εδώ προσπαθούμε να δείξουμε με έναν σύντομο τρόπο ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην πτώση της στάθμης της θάλασσας έπαιξε η εγκαθίρυση αντικυκλωνικών πιέσεων στην περιοχή (δείε επίσης δύο επιστημονικές μελέτες που υποστηρίζουν ότι η πτώση της στάθμης είναι αποτέλεσμα κυρίως της εγκαθίδρυσης υψηλών τιμών ατμοσφαιρικής πίεσης στα διενή περιοδικά AGU και NHESS).

 

Στο συγκεκριμένο άρθρο έχουμε επιλέξει δεδομένα από τον παλιρροιογράφο στη Σύρο (τα δεδομένα είναι διαθέσιμα δωρεάν εδώ), ο οποίος καταγράφει την στάθμη της θάλασσας από το 1971 και μετά. Τα δεδομένα έρχονται σε μηνιαία βάση και όχι σε ημερήσια και αυτό από μόνο του έχει κάποιους σημαντικούς περιορισμούς, καθώς δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ακριβώς ποιες ημέρες του εκάστοτε μήνα παρουσιάζεται το ελάχιστο της στάθμης της θάλασσας.

Στη συνέχεια εντοπίσαμε τις πιο ακραίες χαμηλές τιμές της στάθμης της θάλασσας, τις οποίες και έχουμε αριθμήσει στο σχήμα 1. Τέλος, βρήκαμε τουςπιο αντιπροσωπευτικούς συνοπτικούς χάρτες που αναδεικνύουν τη μετεωρολογία που επικράτησε κατά την περίοδο της καταγραφής ελάχιστης στάθμης της θάλασσας.

Εντοπίσαμε μέσα στην περίοδο 1970-2020 συνολικά 17 περιπτώσεις με ιδιαίτερα χαμηλή θαλάσσια στάθμη (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η τρέχουσα).

 

Την περίοδο 1970-1990 μετρήσαμε συνολικά 4 περιπτώσεις (υπήρξαν και άλλες λιγότερο έντονες πτώσεις), κατά τις οποίες η ατμοσφαιρική πίεση στο σύνολο της Μεσογείο ξεπερνούσε τα 1030-1035mb. Εξαίρεση αποτελεί ο Μάρτιος του 1977 με ατμοσφαιρική πίεση κοντά στα 1025, αλλά και ενισχυμένο βόρειο ρεύμα στο Αιγαίο που πιθανώς να επηρέασε προσωρινά την στάθμη της θάλασσας.

Την περίοδο 1990-2000 παρατηρούμε συνολικά 6 ακραία επεισόδια, με το πιο αξιοσημείωτο να σημειώνεται τον Φεβρουάριο του 1993, οπότε και η ατμοσφαιρική πίεση στην Ελλάδα άγγιξε τα 1035-1040mb. Και στις υπόλοιπες περιπτώσεις παρατηρούμε ότι η ατμοσφαιρική πίεση κυμάνθηκε μεταξύ 1025-1040mb.

Τέλος, την περίοδο 2000-2020, παρατηρούμε και πάλι τουλάχιστον 7 περιπτώσεις με ιδιαίτερα χαμηλές καταγραφές στάθμης της θάλασσας. Και εδώ παρατηρείται εγκαθίδρυση αντικυκλώνα πάνω από τη Μεσόγειο με τιμές μεταξύ 1025-1035mb. Από αυτήν την περίοδο δεν θα έλλειπε βεβαίως και ο Φεβρουάριος του 2018, ενός ιδιαίτερα ξηρού έτους με μεγάλα διαστήματα αντικυκλωνικών συνθηκών στο σύνολο της Ευρώπης.

 

Ως γενικά συμπεράσματα, φαίνεται πως α.) οι ελάχιστες τιμές της στάθμης παρατηρούνται κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών με μία ιδιαίτερη εμμονή στους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο, β.) παρατηρείται μία ελαφρά αυξητική τάση των επεισοδίων πτώσης της στάθμης της θάλασσας κάτω από τα 6900mm όσο πλησιάζουμε στο 2020, κάτι το οποίο χρήζει διερεύνησης (κάποιες εργασίες υποστηρίζουν ότι είναι μέρος της κλιματικής αλλαγής λόγω επικράτησης αντικυκλωνικών συνθηκών συχνότερα στη Μεσόγειο, δείτε πχ. εδώ) και γ.) το φαινόμενο χρήζει περαιτέρω μελέτης ώστε να διερευνηθούν τα αίτια τα οποία προκαλούν πτώση της στάθμης της θάλασσας κυρίως τη χειμερινή περίοδο (επίσημα συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαχθούν ποτέ με βάση την υποκειμενική αντίληψη ή ακόμα και σύντομες μελέτες σαν την παρούσα).

 

Δείτε επίσης προηγούμενο άρθρο σχετικά με το θέμα: Χαμηλή στάθμη της θάλασσας στις ακτές μας – Που οφείλεται;

 

 

Σχήμα 1 – Στάθμη της θάλασσας όπως καταγράφηκε από τονβ παλιρροιογράφο στη Σύρο την περίοδο 1970-2020.

 

 

 

Ποιος είναι ο αντίκτυπος από τις εκπομπές άνθρακα στο διάστημα

Οι εκπομπές άνθρακα δεν θερμαίνουν μόνο την επιφάνεια της Γης. Προκαλούν επίσης γρήγορη ψύξη πολύ πιο πάνω, στην άκρη του διαστήματος.

Στην πραγματικότητα, η ανώτερη ατμόσφαιρα περίπου 90 χιλιόμετρα πάνω από την Ανταρκτική ψύχεται με ρυθμό δέκα φορές γρηγορότερα από τη μέση θέρμανση στην επιφάνεια του πλανήτη.

Νέα έρευνα έχει μετρήσει ακριβώς αυτόν τον ρυθμό ψύξης. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Και δείχνουν έναν νέο τετραετή κύκλο θερμοκρασίας στην πολική ατμόσφαιρα.

Τα αποτελέσματα, βασισμένα σε 24 χρόνια συνεχών μετρήσεων από Αυστραλούς επιστήμονες στην Ανταρκτική, ανακοινώθηκαν σε δύο δημοσιεύσεις αυτό το μήνα.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης, στην περιοχή «μεσόσφαιρα», είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στις αυξανόμενες συγκεντρώσεις αερίων του θερμοκηπίου.

Αυτό παρέχει μια νέα ευκαιρία για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των κυβερνητικών παρεμβάσεων για τη μείωση των εκπομπών.

Οι επιστήμονες παρακολουθούν επίσης το θεαματικό φυσικό φαινόμενο που είναι γνωστό ως “noctilucent” ή “night glowing” σύννεφα. Η συχνότερη εμφάνιση αυτών των νεφών θεωρείται κακό σημάδι για την κλιματική αλλαγή.

Μελετώντας την “ροή αέρα”

Από τη δεκαετία του 1990, οι επιστήμονες του ερευνητικού σταθμού Davis της Αυστραλίας έχουν κάνει περισσότερες από 600.000 μετρήσεις των θερμοκρασιών στην ανώτερη ατμόσφαιρα πάνω από την Ανταρκτική. Αυτό το έκαναν χρησιμοποιώντας ευαίσθητα οπτικά όργανα που ονομάζονται φασματόμετρα.

Αυτά τα όργανα αναλύουν την υπέρυθρη λάμψη που εκπέμπεται από τα λεγόμενα μόρια υδροξυλίου. Τα μόρια υπάρχουν σε ένα λεπτό στρώμα περίπου 87 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια της Γης.

Αυτή η “ροή αέρα” επιτρέπει να μετρηθεί η θερμοκρασία σε αυτό το μέρος της ατμόσφαιρας.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στην υψηλή ατμόσφαιρα πάνω από την Ανταρκτική, το διοξείδιο του άνθρακα και άλλα αέρια θερμοκηπίου δεν έχουν το φαινόμενο θέρμανσης όπως στην κατώτερη ατμόσφαιρα.

Αντ ‘αυτού, η περίσσεια ενέργειας εκπέμπεται στο διάστημα, προκαλώντας ψυκτικό αποτέλεσμα.

Η έρευνα προσδιορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτόν τον ρυθμό ψύξης. Πάνω από 24 χρόνια, η θερμοκρασία της ανώτερης ατμόσφαιρας έχει κρυώσει κατά περίπου 3 ℃ ή 1,2 ℃ ανά δεκαετία.

Αυτό είναι περίπου δέκα φορές μεγαλύτερο από το μέσο όρο της υπερθέρμανσης στην χαμηλότερη ατμόσφαιρα, περίπου 1,3 ℃ τον περασμένο αιώνα.

Αφαίρεση φυσικών σημάτων

Οι αυξανόμενες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου συμβάλλουν στις αλλαγές θερμοκρασίας. Αλλά υπάρχουν και άλλες επιρροές.

Σε αυτές περιλαμβάνονται ο εποχιακός κύκλος (πιο ζεστός το χειμώνα, πιο κρύος το καλοκαίρι). Και ο 11χρονος κύκλος δραστηριότητας του Ήλιου (ο οποίος περιλαμβάνει πιο ήσυχες και πιο έντονες ηλιακές περιόδους) στη μεσόσφαιρα.

Μία πρόκληση της έρευνας ήταν η αποσύνδεση όλων αυτών των “σημάτων”. Για να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο το καθένα οδήγησε τις αλλαγές που παρατηρήθηκαν στην έρευνα.

Παραδόξως σε αυτήν τη διαδικασία, οι επιστήμονες ανακάλυψαν έναν νέο φυσικό κύκλο που δεν ταυτοποιήθηκε προηγουμένως στην πολική άνω ατμόσφαιρα.

Αυτός ο τετραετής κύκλος που ονομάσαμε Quasi-Quadrennial Oscillation (QQO), είδε τις θερμοκρασίες να κυμαίνονται κατά 3-4 ℃ στην ανώτερη ατμόσφαιρα.

Οι επιπτώσεις στην μοντελοποίηση του κλίματος

Το εύρημα έχει μεγάλες επιπτώσεις στην μοντελοποίηση του κλίματος. Η φυσική που οδηγεί αυτόν τον κύκλο είναι απίθανο να συμπεριληφθεί σε παγκόσμια μοντέλα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την πρόβλεψη της κλιματικής αλλαγής.
Αλλά μια διακύμανση 3-4 ℃ κάθε τέσσερα χρόνια είναι ένα μεγάλο μήνυμα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη τι οδηγεί την ταλάντωση. Όποια και αν είναι η απάντηση, φαίνεται να επηρεάζει επίσης τους ανέμους, τις θερμοκρασίες της επιφάνειας της θάλασσας, την ατμοσφαιρική πίεση και τις συγκεντρώσεις του θαλάσσιου πάγου γύρω από την Ανταρκτική.

Μέτρηση αλλαγής

Η κλιματική αλλαγή που προκαλείται από τον άνθρωπο απειλεί να αλλάξει ριζικά τις συνθήκες ζωής στον πλανήτη μας.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία του αέρα αναμένεται να αυξηθεί.
Φέρνοντας μαζί της την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, τις ακραίες καιρικές συνθήκες και τις αλλαγές στα οικοσυστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση είναι σημαντική για τη μέτρηση της αλλαγής. Καθώς και τη δοκιμή και βαθμονόμηση ολοένα και πιο σύνθετων κλιματικών μοντέλων.
Τα αποτελέσματα της έρευνας συμβάλλουν σε ένα παγκόσμιο δίκτυο παρατηρήσεων. Που συντονίζεται από το Δίκτυο Ανίχνευσης Μεσοσφαιρικής Αλλαγής για το σκοπό αυτό.

Η ακρίβεια αυτών των μοντέλων είναι ζωτικής σημασίας για να καθοριστεί εάν οι κυβερνητικές και άλλες παρεμβάσεις για τον περιορισμό της αλλαγής του κλίματος είναι πράγματι αποτελεσματικές.

Πηγή: Ecozen.gr

Στην Κίνα γίνονται πειράματα με τοποθέτηση ειδικών υφασμάτων όπου υπάρχουν πάγοι, με στόχο να εμποδιστεί ή έστω να καθυστερήσει όσο περισσότερο γίνεται η εξαφάνισή τους εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Μια περιοχή του Οροπεδίου του Θιβέτ βρίσκεται εντός της κινεζικής επικράτειας και εκεί υπάρχει ο παγετώνας Dagu, ο οποίος, όπως και το σύνολο των παγετώνων του πλανήτη, επηρεάζεται από την κλιματική αλλαγή. Με απλά λόγια, ο παγετώνας λιώνει και μάλιστα με ταχύ ρυθμό. Επιστήμονες της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών αποφάσισαν να πειραματιστούν με μια μέθοδο προστασίας των παγετώνων που αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια και έχει εφαρμοστεί σε ορισμένα σημεία των Άλπεων που χρησιμοποιούνται για σκι. Η μέθοδος αυτή αφορά τη χρήση υφασμάτων με τα οποία καλύπτονται οι πάγοι για να εμποδίζεται η συρρίκνωσή τους. Οι κινέζοι ερευνητές τοποθέτησαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε μια έκταση 500 τετραγωνικών μέτρων του παγετώνα ένα ειδικό για την περίσταση χνουδωτό ύφασμα που ανακλά την ηλιακή ακτινοβολία και μπλοκάρει την θερμότητα. Αυτή η απλή ιδέα αποδείχτηκε αποτελεσματική, αφού το σημείο του παγετώνα που είναι καλυμμένο με το ύφασμα διαπιστώθηκε ότι έχει μικρότερες απώλειες από τον υπόλοιπο παγετώνα.

Όπως αναφέρουν σε δημοσίευμά τους οι Times, ο παγετώνας παρουσιάζει σημαντική συρρίκνωση, αλλά το προστατευμένο σημείο έχει συρρικνωθεί ένα μέτρο λιγότερο από ό,τι τα υπόλοιπα σημεία του. «Θα συνεχίσουμε τα πειράματα επεκτείνοντας την προστασία του παγετώνα με τα υφάσματα για να συλλέξουμε περισσότερα δεδομένα. Ισως αυτή η μέθοδος προστατέψει τους μικρούς παγετώνες της χώρας, που χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση θα εξαφανιστούν σύντομα» δήλωσε ο Γουάνγκ Φέιτενγκ, επικεφαλής των πειραμάτων. Ο κινέζος επιστήμονας τονίζει πάντως ότι η μέθοδος του υφάσματος είναι μια λύση για μικρής κλίμακας χρήση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Προτείνει την εφαρμογή τεχνητού χιονιού σε μεγάλης έκτασης παγετώνες, το οποίο λειτουργεί σαν χνουδωτό ύφασμα.

 

πηγή ΕΔΩ .