Posts

Είναι αλήθεια ότι η θαλάσσια αύρα (δείτε τι είναι θαλάσσια αύρα κα ιπως δημιουργείται) διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό το μικροκλίμα τμημάτων της Θεσσαλονίκης τους θερμούς μήνες του έτους. Ωστόσο, λόγω της μη σωστής δόμησης της πόλης, τα οφέλη αυτού του ανέμου είναι ορατά σχεδόν αυστηρά στην παράκτια ζώνη.

Για να μελετήσουμε το φαινόμενο της θαλάσσιας αύρας στην πόλη της Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιήσαμε δεδομένα από τους σταθμούς του δικτύου του NorthMeteo στην περιοχή του Λευκού Πύργου (πάνω στο παραλιακό μέτωπο της πόλης) και στην περιοχή της Τούμπας (σε ευθεία απόσταση σχεδόν 2km από το παραλιακό μέτωπο) μία ημέρα με υψηλές θερμοκρασίες (Διάγραμμα 1). Τα δεδομένα 24ώρου αφορούν την 8/6/2019 και αντιπαραβάλλονται παρακάτω με σκοπό την άμεση σύγκριση τους. Να σημειωθεί ότι οι δύο σταθμοί είναι πανομοιότυποι (Davis Vantage Pro 2).

Στο διάγραμμα 2, παρατηρούμε την αρκετά σημαντική διαφορά μεταξύ της θερμοκρασίας (έως και 4.4°C λίγο μετά τις 5μμ) μεταξύ Άνω Τούμπας (34°) και Λευκού Πύργου (29.6°C). Να σημειωθεί ότι καθόλη τη διάρκεια της ημέρας η θερμοκρασία ήταν υψηλότερη στον σταθμό της Άνω Τούμπας σε σύγκριση με τον σταθμό του Λευκού Πύργου.

Διάγραμμα 2 – Θερμοκρασία σταθμών Άνω Τούμπας (κόκκινη γραμμή) και Λευκού Πύργου (μπλε γραμμή).

Την ίδια στιγμή ο νότιας συνιστώσας άνεμος (θαλάσσια αύρα) παρουσιάζει ελάχιστο έντασης στον σταθμό Άνω Τούμπας (1.2km/h), ενώ στον Λευκό Πύργο αγγίζει τα 8.5km/h (διάγραμμα 3). Το γεγονός αυτό υποδεικνύει και την αιτία της σημαντικής θερμοκρασιακής διαφορας των δύο σταθμών. Βεβαίως, αξίζει να τονιστεί ότι ως επί το πλείστον η θαλάσσια αύρα στον Λευκό Πύργο παραμένει ενισχυμένη, όπως είναι αναμενόμενο, με τιμές άνω των 5km/h τις θερμές ώρες της ημέρας, φτάνοντας το μέγιστο των 11.6κm/h στις 4μμ.

Διάγραμμα 3 – Διεύθυνση (διακεκομμένη) και ένταση (συνεχής) ανέμων σταθμών Άνω Τούμπας (κόκκινη γραμμή) και Λευκού Πύργου (μπλε γραμμή).

Ένα ακόμα αναμενόμενο εύρημα είναι η αυξημένη υγρασία στον Λευκό Πύργο σε σχέση με την Άνω Τούμπα (διάγραμμα 4) κατά 10% (έως και 20% λίγο μετά τις 5μμ, οπότε και παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά της έντασης της θαλάσσιας αύρας στους δύο σταθμούς).

Διάγραμμα 4 – Σχετική υγρασία σταθμών Άνω Τούμπας (κόκκινη γραμμή) και Λευκού Πύργου (μπλε γραμμή).

Τέλος, αν και ο δείκτης δυσφορίας (discomfort index – DI, διάγραμμα 5) , όπως υπολογίστηκε από τα δεδομένα των σταθμών (λαμβάνει υπόψη θερμοκρασία και σχετική υγρασία), διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας υψηλός και για τους δύο σταθμούς, φαίνεται ότι παρέμεινε εντός πιο ανεκτών ορίων (<27°C) στην περιοχή του Λευκού Πύργου (παρατηρείστε την κλίμακα στο διάγραμμα 5, η οποία εξηγεί τις διαβαθμίσεις του δείκτη δυσφορίας). Εντυπωσιακό είναι, επίσης, το γεγονός ότι λίγο μετά τις 5μμ, οπότε και καταγράφηκε η μέγιστη διαφορά έντασης του ανέμου (όπως προαναφέρθηκε), ο δείκτης δυσφορίας ήταν παρόμοιος για τους δύο σταθμούς, εξαιτίας και της σημαντικής διαφοράς σχετικής υγρασίας (υψηλότερη στον Λευκό Πύργο, χαμηλότερη στην Άνω Τούμπα).

Διάγραμμα 5 – Δείκτης δυσφορίας σταθμών Άνω Τούμπας (κόκκινη γραμμή) και Λευκού Πύργου (μπλε γραμμή).

Τις βραδινές ώρες η θερμοκρασία στα ενδότερα της πόλης (σταθμός Άνω Τούμπας) κυμάνθηκε σε ελάχιστα χαμηλότερα επίπεδα από αυτά του παράκτιου μετώπου κατά ~0.6°C, πιθανότατα εξαιτίας του “ηπειρωτικότερου χαρακτήρα” (αν μπορεί να ειπωθεί αυτό) αυτών των περιοχών.

Είναι σαφές ότι η τραχύτητα των μεγάλων πόλεων (όπως και της Θεσσαλονίκης) λειτουργεί ανασταλτικά στην ροή της θαλάσσιας αύρας μέσα σε αυτές, ειδικά όταν η δόμησή τους δεν σχεδιάστηκε με βάση αυτόν τον παράγοντα. Ως αποτέλεσμα, οι πόλεις, τελικά, να μην μπορούν να ωφεληθούν από την παράκτια τοποθεσία τους, ώστε να διατηρούν σχετικά πιο ευχάριστο μικροκλίμα κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών. Δράσεις και μελέτες, όπως το LIFE ASTI που λαμβάνει χώρα στο τμήμα Φυσικής του ΑΠΘ, έχουν ως σκοπό την πρόταση λύσεων με στόχο τη βιοκλιματική αναβάθμιση της πόλης.

Μπορείτε πάντα να ακολουθείτε συζητήσεις μεταξύ των μελών μας στο γκρουπ του Northmeteo και να παρακολουθείτε καιρικά βίντεο στο κανάλι μας στο youtube.

Είναι σημαντικό να παρακολουθούμε την παγοκάλυψη στους πόλους της γης. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε σε τι κατάσταση βρίσκονται αυτη τη στιγμή ο βόρειος και ο νότιος πόλος.

Η παγοκάλυψη στους πόλους μπορεί να μας υποδείξει τα επίπεδα στα οποία εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή. Ωστόσο τα δεδομένά που λαμβάνουμε πρέπει να χρησιμοποιούνται και να ερμηνεύονται προσεκτικά. Όταν αναφερόμαστε στο κλίμα μία περιοχής, ουσιαστικά αναφερόμαστε στη μέση καιρική κατάσταση που παρατηρείται σε μακροχρόνια κλίμακα. Ως εκ τούτου, δεν είναι σοφό να προκύπτουν συμπεράσματα για το κλίμα των πόλων της γης από μεμονωμένους χειμώνες ή καλοκαίρια.

Στην παρακάτω απεικόνιση του Nation Snow and Ice Data Center φαίνεται η έκταση της παγοκάλυψης στον βόρειο πόλο αλλά και η συγκέντρωση θαλάσσιου πάγου. Σε περίπτωση που η συγκέντρωση πάγου είναι μικρότερη από το 100%, αυτό υποδηλώνει ότι η περιοχή δεν καλύπτεται πλήρως από πάγο. Παρακάτω λοιπόν, φαίνεται ότι η περιοχή στην οποία εκτείνεται ο θαλάσσιος πάγος στο βόρειο πόλο είναι μικρότερη σε σχέση με τη μέση έκταση που εμφάνιζε την περίοδο 1981-2010 (πορτοκαλί γραμμή). Παρατηρείται ωστόσο κάποιο ποσοστό παγοκάλυψης σε παράκτια τμήματα του Καναδά, της Αλάσκας και της Σιβηρίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει το γεγονός ότι σε αυτές τις περιοχές εκχύνονται ποτάμια τα οποία εισάγουν φρέσκο γλυκό νερό στο θαλάσσιο σύστημα, το οποίο μπορεί να παγώσει πιο εύκολα.

 

Στο επόμενο διάγραμμα παρατηρούμε ότι φέτος η παγοκάλυψη από άποψη έκτασης κινείται στα επίπεδα που έχουν διαμορφωθεί μετά το 2015. Στα θετικά καταγράφεται το γεγονός ότι δεν παρατηρούνται ακρότητες όπως π.χ. το έτος 2012, οπότε και καταγράφηκε μία από τις χαμηλότερες παγοκαλύψης στο σύγχρονο κλίμα.

 

Όσον αφορά το νότιο πόλο, σύμφωνα με το nordicweather.net, η παγοκάλυψη κινείται σε φυσιολογικά επίπεδα. Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η Ανταρκτική είναι μονωμένη από θερμότερες εισβολές εξαιτίας του γεγονότος ότι περιβάλλεται από ωκεανούς και του πρακτικά συνεχόμενου δεξιόστροφου αεροχειμάρρου που την περιβάλλει.